Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΟΕΒΟΔΑΣ


Ποιος ήταν ο Στέφανος Βοεβόδας που το 1496 έφτιαξε το κεντρικό κτήριο του αρσανά στην ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ. Τι σημαίνει βοεβόδας? Γιατί ο συγκεκριμένος έχει ανακηρυχθεί άγιος? Γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους στην ιστορία του ρουμανικού χριστιανισμού? Αυτά θα δούμε στο συγκεκριμένο άρθρο.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΟΕΒΟΔΑΣ

Η προσωπικότητα του Αγίου Στεφάνου του Μεγάλου είναι χαραγμένη βαθύτατα στη συνείδηση των Ρουμάνων όλων των εποχών. Ο πανένδοξος ηγεμών της Μολδαβίας Στέφανος, γεννήθηκε το 1434 από ευσεβείς γονείς, τον Μπογδάνο Βόντα, γιο του Αλεξάνδρου του Καλού, και την Όλτεα Μαρία. Σαν γόνος «μακαρίων βλαστών», που προήρχονταν από τα γένη των Μουσάτ και των Μπασαράμπ, είχε, λοιπόν, άγιες ρίζες και αξιώθηκε να έχει και καλούς παιδαγωγούς. Ο Στέφανος Γ΄ της Μολδαβίας γνωστός και ως Στέφανος ο Μέγας, ήταν βοεβόδας δηλαδή  πρίγκιπας της Μολδαβίας από το 1457 έως το 1504. Ήταν γιος του Μπογκντάν Β΄ της Μολδαβίας, που δολοφονήθηκε το 1451. Ο Στέφανος κατέφυγε στην Ουγγαρία και αργότερα στη Βλαχία, αλλά με την υποστήριξη του Βλαντ Γ΄ Τσέπες, Βοεβόδα της Βλαχίας, επέστρεψε στη Μολδαβία, αναγκάζοντας τον Πέτρο Αρόν να αναζητήσει καταφύγιο στην Πολωνία το καλοκαίρι του 1457. Ο Θεόκτιστος Α΄, Μητροπολίτης της Μολδαβίας, τον έχρισε πρίγκιπα. Εισέβαλε στην Πολωνία και εμπόδισε τον Κάζιμιρ Δ΄ Γιάγκελον, Βασιλιά της Πολωνίας, να υποστηρίξει τον Πέτρο Αρόν, αλλά τελικά αναγνώρισε την επικυριαρχία του Κάζιμιρ το 1459. Ο Στέφανος αποφάσισε να ανακαταλάβει τη Κιλία (σημερινή Κίλιγια στην Ουκρανία), σημαντικό λιμάνι του Δούναβη, που τον έφερε σε σύγκρουση με την Ουγγαρία και τη Βλαχία. Πολιόρκησε την πόλη κατά την Οθωμανική εισβολή στη Βλαχία το 1462, αλλά τραυματίστηκε σοβαρά κατά την πολιορκία. Δύο χρόνια αργότερα κατέλαβε την πόλη. Υποσχέθηκε υποστήριξη προς τους ηγέτες των Τριών Εθνών της Τρανσυλβανίας ενάντια στο Ματθαίο Κορβίνο, Βασιλιά της Ουγγαρίας, το 1467. Ο Κορβινός ως αντίποινα εισέβαλε στη Μολδαβία, αλλά ο Στέφανος τον νίκησε στη Μάχη της Μπάια. Ο Πέτρος Αρόν εισέβαλε στη Μολδαβία με υποστήριξη της Ουγγαρίας τον Δεκέμβριο του 1470, αλλά επίσης νικήθηκε από τον Στεφάνου και εκτελέστηκε, μαζί με τους βογιάρους που τον υποστήριζαν. Ο Στέφανος επισκεύασε τα παλιά φρούρια και ανέγειρε νέα, βελτιώνοντας το αμυντικό σύστημα της Μολδαβίας και ενισχύοντας την κεντρική διοίκηση. Η οθωμανική επέκταση απειλούσε τα Μολδαβικά λιμάνια στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Το 1473 ο Στέφανος σταμάτησε να πληρώνει φόρο στον Οθωμανό σουλτάνο και πραγματοποίησε σειρά εκστρατειών ενάντια στη Βλαχία για να αντικαταστήσει τους ηγεμόνες της - που είχαν δεχθεί την οθωμανική κυριαρχία - με τους προστατευόμενούς του. Ωστόσο κάθε πρίγκιπας που καταλάμβανε το θρόνο με την υποστήριξη του Στεφάνου σύντομα αναγκαζόταν να είναι υποτελής στο σουλτάνο. Ο Στέφανος τελικά κατάφερε να νικήσει έναν μεγάλο Οθωμανικό στρατό στη Μάχη του Βασλούι  το 1475. Τον επόμενο χρόνο ο Οθωμανός σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ τον κατατρόπωσε στη Μάχη της Βάλεα Αλμπα, αλλά η έλλειψη εφοδίων και η εκδήλωση μιας πανούκλας τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από τη Μολδαβία. Επωφελούμενοι μιας ανακωχής με το Ματθαίο Κορβίνο οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Κιλία και οι Τάταροι της Κριμαίας σύμμαχοί τους κατέλαβαν την Τσετάτεα Αλμπα (σήμερα Μπίλχοροντ-Νιστρόβσκι στην Ουκρανία) το 1483. Ο Κορβίνος παραχώρησε δύο κτήματα στην Τρανσυλβανία στο Στέφανο, για να τον αποζημιώσει για την απώλεια των δύο λιμανιών. Ο Στέφανος δήλωσε υποταγή στον Κάζιμιρ Δ΄ της Πολωνίας, που υποσχέθηκε να τον υποστηρίξει για να ανακτήσει τη Κιλία και την Τσετάτεα Αλμπα αλλά οι προσπάθειες του Στέφανου να καταλάβει τα δύο λιμάνια κατέληξαν σε αποτυχία. Από το 1486 ο Στέφανος πλήρωσε και πάλι ετήσιο φόρο στους Οθωμανούς. Κατά τα επόμενα χρόνια στη Μολδαβία χτίστηκαν δεκάδες πέτρινες εκκλησίες και μοναστήρια, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη μιας συγκεκριμένης Μολδαβικής αρχιτεκτονικής. Ο διάδοχος του Κάζιμιρ Δ΄, Ιωάννης Α΄ Αλβέρτος, ήθελε να παραχωρήσει τη Μολδαβία στον μικρότερο αδερφό του Σιγισμόνδο, αλλά η διπλωματία του Στέφανου τον εμπόδισε επί χρόνια να εισβάλει στη Μολδαβία. Ο Ιωάννης Αλβέρτος εισέβαλε στη Μολδαβία το 1497, αλλά ο Στέφανος και οι Ούγγροι και Οθωμανοί σύμμαχοί του νίκησαν τον πολωνικό στρατό στη Μάχη του Δάσους Κοσμίν. Ο Στέφανος προσπάθησε πάλι να ανακαταλάβει τη Κιλία και την Τσετάτεα Αλμπα, αλλά αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την απώλεια των δύο λιμένων στους Οθωμανούς το 1503. Τα τελευταία του χρόνια ο γιος και συνηγεμόνας του, Μπογκντάν Γ΄, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην κυβέρνηση. Η μακρά βασιλεία του Στεφάνου αντιπροσώπευσε μια περίοδο σταθερότητας στην ιστορία της Μολδαβίας. Από το 16ο αιώνα και μετά τόσο οι υπήκοοι του όσο και οι ξένοι τον θυμόντουσαν ως μεγάλο κυβερνήτη. Οι σύγχρονοι Ρουμάνοι τον θεωρούν ως έναν από τους μεγαλύτερους εθνικούς ήρωές τους. Μετά την αγιοποίησή του από τη Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάται ως Στέφανος Μέγας και Άγιος (στα Ρουμανικά: Ștefan cel Mare și Sfânt). Έμεινε στην ιστορία για τους μακρούς αγώνες του εναντίον των πολυάριθμων εχθρών της χώρας (Ούγγρων, Πολωνών, Οθωμανών, Τατάρων), που επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία της. Ιδίως εναντίον των Οθωμανών Τούρκων κατήγαγε αποφασιστικές νίκες, όπως στη μάχη του Βασλούι, οι οποίες ανάσχεσαν την ορμή και εξάπλωση του Ισλάμ στα βόρεια Βαλκάνια, τη στιγμή που κανένας χριστιανικός συνασπισμός δεν φαινόταν ικανός να το πετύχει. Συνολικά έδωσε 36 μάχες εκ των οποίων κέρδισε τις 34.
Ήταν ιδιαίτερα ευσεβής, κάτι που φαίνεται και από τις πάμπολλες μονές και εκκλησίες που ανήγειρε σε όλη την έκταση της χώρας του. Επίσης εξόφλησε τα χρέη του Αγίου Όρους στην Υψηλή Πύλη, εξασφαλίζοντας την επιβίωση της μοναστικής κοινότητας.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΒΟΕΒΟΔΑ
Ο Στέφανος ήταν γιος του Μπογκντάν, που ήταν γιος του Αλέξανδρου του Καλού, Πρίγκηπα της Μολδαβίας. Η μητέρα του Στέφανου, Μαρία-Όλτεα, πιθανότατα ήταν συγγενής με τους πρίγκιπες της Βλαχίας, σύμφωνα με τον ιστορικό Ράντου Φλορέσκου. Η ημερομηνία γέννησης του Στεφάνου είναι άγνωστη, αν και οι ιστορικοί εκτιμούν ότι γεννήθηκε μεταξύ 1433 και 1440.
Χάρις στον Αλέξανδρο τον Καλό (1400-1432) η χώρα είχε επεκτείνει τα σύνορά της και γνώρισε οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη και ευημερία. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου του Καλού το 1432 οδήγησε σε κρίση διαδοχής, που διήρκεσε περισσότερο από δύο δεκαετίες. Οι Βογιάροι ανταγωνίζονταν για το θρόνο, υποστηρίζοντας συνήθως κάποιο μέλος της βασιλικής οικογένειας. Επίσης οι γείτονες της Μολδαβίας αναμείχθηκαν ενεργά στις δυναστικές διαμάχες, αποσταθεροποιώντας ακόμη περισσότερο την ήδη εύθραυστη ισορροπία. Ως αποτέλεσμα της αστάθειας, ο θρόνος άλλαζε γρήγορα χέρια, πολλές φορές μάλιστα κάποιος από τους διεκδικητές κυβερνούσε δύο ή τρεις φορές πριν απομακρυνθεί οριστικά από την εξουσία. Ένας από αυτούς τους εφήμερους Πρίγκιπες ήταν και ο πατέρας του Στεφάνου Μπογκντάν Β' (1449-1451), ανηψιός του Αλεξάνδρου του Καλού, που κατέλαβε το θρόνο το 1449 αφού νίκησε έναν από τους συγγενείς του με την υποστήριξη του Ιωάννη Ουνιάδη, Αντιβασιλέα-Κυβερνήτη της Ουγγαρίας. Στην Αυλή του Μπογκντάν εκείνη την περίοδο είχε καταφύγει και ο ανιψιός του τελευταίου Πρίγκιπας της Βλαχίας Βλαντ Γ΄ Τσέπες, ο γνωστός κόμης Δράκουλας που είχε μόλις εκθρονιστεί (πιθανώς από τον Ιωάννη Ουνιάδη). Ο Στέφανος ονομαζόταν βοεβόδας στα έγγραφα του πατέρα του, πράγμα που δείχνει ότι είχε γίνει κληρονόμος και συγκυβερνήτης του. Ο Μπογκντάν αναγνώρισε την επικυριαρχία του Ουνιάδη το 1450. Τον Οκτώβριο του 1451, κατά τη διάρκεια ενός γάμου κάποιου βογιάρου του, ο Μολδαβός ηγεμόνας συνελήφθη αιφνιδιαστικά από τον Πέτρο Αρόν (Petru Aron), νόθο γιο του Αλεξάνδρου, και λίγο αργότερα αποκεφαλίστηκε. Ο Στέφανος και ο Βλαντ μόλις και μετά βίας κατάφεραν να ξεφύγουν από την παγίδα. Εκμεταλλευόμενοι τη σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ του Πέτρου Αρόν και κάποιου συνονόματου ανηψιού του Αλεξάνδρου του Καλού, κατέφυγαν στην Τρανσυλβανία, ζητώντας προστασία από τον Ιωάννη Ουνυάδη. Ο Βλαντ Γ' Τσέπες (που είχε ζήσει στη Μολδαβία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μπογκντάν Β΄) εισέβαλε στη Βλαχία και κατέλαβε το θρόνο με την υποστήριξη του Ουνιάδη το 1456. Μετά την παλινόρθωση του Δράκουλα στον θρόνο της Βλαχίας (1456) ο Στέφανος κατέφυγε στην αυλή του ξαδέρφου του. Ο Ουνιάδης είτε συνόδευσε το Βλαντ στη Βλαχία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας είτε προσχώρησε σ' αυτόν όταν ο Βλαντ έγινε ηγεμόνας της Βλαχίας. Με τη βοήθεια του Βλαντ ο Ουνιάδης εισέβαλε στη Μολδαβία επικεφαλής στρατού 6.000 ανδρών την άνοιξη του 1457. Με την ενεργό υποστήριξη του τελευταίου ο Στέφανος κατέλαβε το 1457 τον θρόνο της Μολδαβίας. Σύμφωνα με τα Μολδαβικά χρονικά, "άνδρες από την Κάτω Χώρα" (νότια περιοχή της Μολδαβίας) προσχώρησαν σ' αυτόν. Ο Γκριγκόρε Ουρέκε του 17ου αιώνα έγραψε: «Ο Στέφανος κατατρόπωσε τον Πέτρο Αρόν στο Ντολζέστι (Doljești) στις 12 Απριλίου, αλλά ο Πέτρος Αρόν έφυγε από τη Μολδαβία για την Πολωνία μόνο αφού ο Στέφανος του κατέφερε μια δεύτερη ήττα στο Ορμπίκ».

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
Μια συνέλευση Βλάχων βογιάρων και κληρικών αναγνώρισε το Στέφανο ηγεμόνα της Μολδαβίας σε ένα λιβάδι κοντά στη Σουτσεάβα και ο Θεόκτιστος Α΄, Μητροπολίτης της Μολδαβίας, τον έχρισε πρίγκιπα. Για να υπογραμμίσει την ιερή φύση της εξουσίας του, ο Στέφανος ονόμασε τον εαυτό του «Ελέω Θεού, ... Στέφανο βοεβόδα, άρχοντα των Μολδαβικών εδαφών» στις 13 Σεπτεμβρίου 1457. Συνέχισε να πληρώνει τον ετήσιο φόρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που είχε ξεκινήσει ο προκάτοχός του. Ο Στέφανος εισέβαλε στην Πολωνία για να εμποδίσει τον Καζιμίρ Δ΄ να υποστηρίξει τον Πέτρο Αρον το 1458. Η πρώτη του εκστρατεία "καθιέρωσε τα διαπιστευτήριά του ως μεγάλο στρατιωτικός διοικητή", σύμφωνα με τον ιστορικό Τζόναθαν Ηγκλς. Ωστόσο ήθελε να αποφύγει την παρατεταμένη διένεξη με την Πολωνία, γιατί κύριος στόχος του ήταν η ανακατάληψη της Κίλα( στη σημερινή Ουκρανία). Η Κίλια ήταν σημαντικό λιμάνι στο Δούναβη, που ο Πέτρος Γ΄ της Μολδαβίας είχε παραχωρήσει στην Ουγγαρία το 1448. Υπέγραψε συνθήκη με την Πολωνία στον ποταμό Δνείστερο στις 4 Απριλίου 1459. Αναγνώρισε την επικυριαρχία του Καζιμίρ Δ΄ και υποσχέθηκε να υποστηρίξει την Πολωνία ενάντια στους Τάταρους  επιδρομείς. Ο Καζιμίρ με τη σειρά του υποσχέθηκε να προστατεύσει το Στέφανο από τους εχθρούς του και να απαγορεύσει στον Πέτρο Αρον να επιστρέψει στη Μολδαβία. Ο Πέτρος Αρον έφυγε στη συνέχεια από την Πολωνία για την Ουγγαρία και εγκαταστάθηκε στη Χώρα των Σέκελι, στην Τρανσυλβανία. Ένα χρόνο αργότερα ο Στέφανος επανεπικύρωσε τα προνόμια των εμπόρων του Λβοφ. Ο Στέφανος εισέβαλε στη Χώρα των Σέκελι περισσότερες από μία φορές το 1461. Ο Ματθαίος Κορβίνος, Βασιλιάς της Ουγγαρίας, αποφάσισε να υποστηρίξει τον Πέτρο Αρον, δίνοντάς του καταφύγιο στην πρωτεύουσά του Βούδα. Στη συνέχεια ο Στέφανος έκανε νέα συμφωνία με την Πολωνία στη Σουτσεάβα στις 2 Μαρτίου 1462, υποσχόμενος να ορκιστεί προσωπικά πίστη στον Καζιμίρ Δ΄ αν ο βασιλιάς το απαιτούσε. Η νέα συνθήκη ανέφερε ότι ο Καζιμίρ ήταν ο μοναδικός ηγέτης της Μολδαβίας, απαγορεύοντας στον Στέφανο  να απαλλοτριώσει τα εδάφη της Μολδαβίας χωρίς την εξουσιοδότησή του. Η συνθήκη υποχρέωνε επίσης το Στέφανο να ανακαταλάβει τα απωλεσθέντα Μολδαβικά εδάφη που είχαν χαθεί, προφανώς με αναφορά στην Κιλία. Η περίοδος ηγεμονίας του Στεφάνου συνέπεσε με τις μεγάλες κατακτήσεις των Οθωμανών Τούρκων. Οι τελευταίοι μόλις είχαν εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη και προωθούνταν ακάθεκτοι στη Βαλκανική. Τα ισχυρότερα χριστιανικά κράτη που είχαν αναλάβει τον αγώνα κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν πλέον η Ουγγαρία και η Πολωνία. Τα μικρότερα Πριγκιπάτα, Βλαχία και Μολδαβία, προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στους ισχυρούς γείτονες με κύριο μέλημα την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους. 
Το άγαλμά του στην Μολδαβία

Ο Στέφανος, έχοντας προσεγγίσει την Πολωνία και προσπαθώντας να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους, στους οποίους άλλωστε ήταν φόρου υποτελής, άρχισε να απομακρύνεται από τον ηγεμόνα της Βλαχίας Βλάντ Δράκουλα που ακολουθούσε φιλο-ουγγρική και, από κάποια στιγμή κι έπειτα, σαφή αντιοθωμανική πολιτική. Μήλον της έριδος μεταξύ των δύο εξαδέλφων αποτέλεσε το παραλιακό οχυρό της Κιλία, σημαντικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας. Γραπτές πηγές μαρτυρούν ότι η σχέση μεταξύ Στεφάνου και Βλαντ Δράκουλα έγινε τεταμένη στις αρχές του 1462. Στις 2 Απριλίου 1462 ο Γενοβέζος κυβερνήτης του Καφφά (σημερινή Θεοδοσία στην Κριμαία) πληροφόρησε τον Καζιμίρ Δ΄ της Πολωνίας ότι ο Στέφανος είχε επιτεθεί στη Βλαχία ενώ ο Βλαντ Δράκουλας διεξήγε πόλεμο εναντίον των Οθωμανών. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής εισέβαλε κατόπιν στη Βλαχία τον Ιούνιο του 1462. Ο γραμματέας του Μωάμεθ, Τουρσούν Μπεγκ, κατέγραψε ότι ο Βλαντ Δράκουλας ήταν αναγκασμένος να δεσμεύει 7.000 στρατιώτες στα σύνορα Βλαχίας-Μολδαβίας κατά τη διάρκεια της εισβολής του σουλτάνου για να «προστατεύσει τη χώρα του από τους Μολδαβούς εχθρούς». Επωφελούμενος από την παρουσία του Οθωμανικού στόλου στο Δέλτα του Δούναβη, ο Στέφανος πολιόρκησε την Κιλία στα τέλη Ιουνίου. Σύμφωνα με το Ντομένικο Μπάλμπι, Βενετό απεσταλμένο στην Κωνσταντινούπολη, ο Στέφανος και οι Οθωμανοί πολιόρκησαν το φρούριο για οκτώ ημέρες, αλλά δεν μπόρεσαν να το καταλάβουν, επειδή η "ουγγρική φρουρά και οι 7.000 άντρες του Δράκουλα" τους νίκησαν, σκοτώνοντας "πολλούς Τούρκους". Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο Στέφανος τραυματίστηκε σοβαρά στην αριστερή του κνήμη, πληγή που δεν επουλώθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Στέφανος πολιόρκησε πάλι την Κίλα στις 24 Ιανουαρίου 1465. Ο στρατός της Μολδαβίας βομβάρδισε το φρούριο για δύο ημέρες, αναγκάζοντας τη φρουρά να παραδοθεί στις 26 Ιανουαρίου. Ο υποτελής του σουλτάνου, Ράντου ο Ομορφος (μικρότερος αδελφός του Βλαντ Γ΄ Τσέπες), Βοεβόδας της Βλαχίας, είχε επίσης εγείρει αξιώσεις για την Κιλία, έτσι η κατοχή του λιμανιού προκαλούσε συγκρούσεις όχι μόνο με την Ουγγαρία, αλλά και με τη Βλαχία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1465 ο Στέφανος ανέκτησε ειρηνικά το φρούριο του Χοτίν στη σημερινή Ουκρανία) στο Δνείστερο από τους Πολωνούς. Για να τιμήσει την κατάληψη της Κιλία, ο Στέφανος διέταξε την κατασκευή της Εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου σε ένα ξέφωτο στον ποταμό Πούτνα το 1466. Με υπόδειξη του Mατθαίου Κορβίνου η Δίαιτα της Ουγγαρίας κατάργησε όλες τις προηγούμενες εξαιρέσεις σχετικά με το φόρο, το γνωστό ως έσοδο της αυλής. Οι ηγέτες των Τριών Εθνών της Τρανσυλβανίας, που θεωρούσαν τη μεταρρύθμιση αυτή ως παραβίαση των προνομίων τους, δήλωσαν στις 18 Αυγούστου 1467 ότι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για να υπερασπιστούν τις ελευθερίες τους. Ο Στέφανος υποσχέθηκε να τους υποστηρίξει, αλλά εκείνοι ενέδωσαν στον Κορβίνο χωρίς αντίσταση, όταν ο βασιλιάς βάδισε στην Τρανσυλβανία. Ο Κορβίνος εισέβαλε στη Μολδαβία και κατέλαβε τη Μπάια, το Μπακάου, και το Τίργκου Νεάμτς. Ο Στέφανος συγκέντρωσε το στρατό του και κατήγαγε συντριπτική νίκη επί των εισβολέων στη Μάχη της Μπάια στις 15 Δεκεμβρίου. Ο Κορβίνος, που τραυματίστηκε στη μάχη, κατάφερε να ξεφύγει από το πεδίο της μάχης με τη βοήθεια των Μολδαβών βογιάρων (ή ευγενών) που ήταν μαζί του. Μια ομάδα βογιάρων ξεσηκώθηκε πάλι κατά του Στεφάνου στην Κάτω Χώρα, αλλά εκείνος μέχρι το τέλος του χρόνου συνέλαβε και εκτέλεσε 20 βογιάρους και 40 άλλους γαιοκτήμονες. Ο Στέφανος ορκίστηκε ξανά την πίστη στον Κάζιμιρ Δ΄, όταν εμφανίσθηκε ο Πολωνός απεσταλμένος στη Σουτσεάβα στις 28 Ιουλίου 1468 και διεξήγαγε επιδρομές κατά της Τρανσυλβανίας μεταξύ 1468 και 1471. Όταν ο Κάζιμιρ Δ΄ ήρθε στο Λβιβ το Φεβρουάριο του 1469 για να λάβει προσωπικά το φόρο υποτέλειας, ο Στέφανος δεν πήγε να τον συναντήσει. Την ίδια χρονιά εισέβαλαν στη Μολδαβία οι Τάταροι, αλλά ο Στέφανος τους κατατρόπωσε στη Μάχη του Λίπνικ, κοντά στο Δνείστερο. Για να ενισχύσει το αμυντικό σύστημα κατά μήκος του ποταμού ο Στέφανος αποφάσισε να κατασκευάσει νέα οχυρά στο Ορχέϊουλ Βέκι και στο Σορόκα περίπου την ίδια εποχή. Ένας στρατός της Βλαχίας πολιόρκησε την Κιλία, αλλά δεν κατάφερε να αναγκάσει τη Μολδαβική φρουρά να παραδοθεί. Ο Mατθαίος Κορβίνος έστειλε ειρηνευτικές προτάσεις στο Στέφανο. Οι απεσταλμένοι του Στεφάνου ζήτησαν τη συμβουλή του Κάζιμιρ Δ΄ σχετικά με τις προτάσεις του Κορβίνου στο Σεζμ (ή γενική συνέλευση) της Πολωνίας στο Πιοτρκόβ Τριμπουνάλσκι στα τέλη του 1469. Ο Στέφανος εισέβαλε στη Βλαχία και κατέστρεψε το Φεβρουάριο του 1470 τη Βραΐλα και το Tαργκούλ ντε Φλότσι (τα δυο σημαντικότερα κέντρα εμπορίου της Βλαχίας στο Δούναβη). 

Ο Πέτρος Αρόν εισέβαλε με μισθοφορικά στρατεύματα Σέκελι στη Μολδαβία το Δεκέμβριο του 1470, αλλά ο Στέφανος τον νίκησε κοντά στο Τίργκου Νεάμτς. Ο Πέτρος Αρόν αιχμαλωτίστηκε στο πεδίο της μάχης και ο ίδιος και οι υποστηρικτές του από τη Μολδαβία (μεταξύ των οποίων ο υπουργός και ο καγκελάριος του Στέφανου, Ησαϊας και και Αλέξας) εκτελέστηκαν με τη διαταγή του Στεφάνου. Ο Ράντου ο Ομορφος εισέβαλε στη Μολδαβία, αλλά ο Στέφανος τον νίκησε στο Σότσι στις 7 Μαρτίου 1471. Η σχέση μεταξύ Κάζιμιρ Δ΄ και Mατθαίου Κορβίνου χειροτέρεψς στις αρχές του 1471. Οταν ο Στέφανος δεν μπόρεσε να υποστηρίξει την Πολωνία ο Κάζιμιρ Δ΄ απέστειλε πρεσβεία στη Μολδαβία ζητώντας από το Στέφανο να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Ο Στέφανος συναντήθηκε με τους Πολωνούς απεσταλμένους στο Βασλούι στις 13 Ιουλίου, υπενθυμίζοντας τους τις εχθρικές πράξεις Πολωνών ευγενών που διαπράχθηκαν κατά μήκος των συνόρων, και απαίτησε την έκδοση των Μολδαβών βογιάρων που είχαν καταφύγει στην Πολωνία . Ο Στέφανος έστειλε τους απεσταλμένους του στην Ουγγαρία για να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με τον Κορβίνο. Παραχώρησε εμπορικά προνόμια στους εμπόρους της Τρανσυλβανικής πόλης Μπρασόβ στις 3 Ιανουαρίου 1472.

ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Όλες αυτές οι ενέργειες και πρωτοβουλίες του Στεφάνου προκάλεσαν τους Τούρκου. Οι Οθωμανοί άσκησαν πίεση στο Στέφανο να εγκαταλείψει την Κιλία και την Τσετάτεα Άλμπα (Cetatea Albă, σήμερα Μπιλχορόντ-Ντνιστρόβσκι στην Ουκρανία) στις αρχές της δεκαετίας του 1470. Αντί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους, ο Στέφανος αρνήθηκε να στείλει τον ετήσιο φόρο στην Υψηλή Πύλη το 1473 και συντάχθηκε στον αντιοθωμανικό συνασπισμό της Ουγγαρία και της Βενετίας. Επωφελούμενος από τον πόλεμο του Μωάμεθ Β΄ κατά του Οζούν Χασάν στη Μικρά Ασία ο Στέφανος εισέβαλε στη Βλαχία για να αντικαταστήσει το Ράντου τον Ωραίο, εξισλαμισμένο και εγκατεστημένο από τους Οθωμανούς υποτελή τους, με τον προστατευόμενό του Βασάραβα Γ΄ Λαϊότα. Κατατρόπωσε το στρατό της Βλαχίας στο Ρίμνικου Σεράτ σε μάχη που διήρκεσε τρεις ημέρες από τις 18 έως τις 20 Νοεμβρίου. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο στρατός της Μολδαβίας κατέλαβε αμαχητί το Βουκουρέστι, όπου ο Ραντού είχε αφήσει τη σύζυγο και την κόρη του (την οποία αργότερα ο Στέφανος νυμφεύφθηκε), και ο Στέφανος τοποθέτησε στο θρόνο το Βασάραβα. Ωστόσο ο Ράντου επανέκτησε τη Βλαχία με Οθωμανική υποστήριξη πριν από το τέλος του χρόνου. Ο Βασάραβα εξεδίωξε και πάλι το Ράντου από τη Βλαχία το 1475, αλλά οι Οθωμανοί τον βοήθησαν πάλι να επιστρέψει. Για να επαναφέρει το Βασάραβα ο Στέφανος ξεκίνησε νέα εκστρατεία στη Βλαχία τον Οκτώβριο, αναγκάζοντας το Ράντου να εγκαταλείψει το πριγκιπάτο. Ο Μωάμεθ Β΄ διέταξε το Χαντίμ Σουλεϊμάν Πασά, Μπεηλέρμπεη (ή κυβερνήτη) της Ρούμελης, να εισβάλει στη Μολδαβία - ένας Οθωμανικός στρατός περίπου 120.000 ισχυρών εισέβαλε στη Μολδαβία στα τέλη του 1474. Στους Οθωμανούς εντάχθηκαν επίσης στρατεύματα της Βλαχίας, ενώ ο Στέφανος έλαβε υποστήριξη από την Πολωνία και την Ουγγαρία. Με δύναμη το εν τρίτο εκείνης των εισβολέων ο Στέφανος αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Εδωσε μάχη με το Χαντίμ Σουλεϊμάν Πασά στο Ποντούλ Ιλνάτ (ή την Υψηλή Γέφυρα) κοντά στο Βασλούι στις 10 Ιανουαρίου 1475. Πριν από τη μάχη είχε στείλει τους σαλπιγγτές του να κρυφτούν πίσω από τ εχθρικό μέτωπο. Όταν ήχησαν ξαφνικά τις σάλπιγγές τους, προκάλεσαν τέτοιο πανικό στους εισβολείς που έφυγαν από το πεδίο της μάχης. Τις επόμενες τρεις ημέρες, εκατοντάδες Οθωμανοί στρατιώτες σφαγιάστηκαν και οι επιζώντες αποχώρησαν από τη Μολδαβία. Η νίκη του Στεφάνου στη Μάχη του Βασλούι ήταν "αναμφισβήτητα μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές νίκες επί των Οθωμανών", σύμφωνα με τον ιστορικό Αλεξάντερ Μικαμπερίτζε. 
Ο τάφος του ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΒΟΕΒΟΔΑ

Η Μάρα Μπράνκοβιτς, μητριά του Μωάμεθ Β΄, δήλωσε ότι οι Οθωμανοί "δεν είχαν υποστεί ποτέ μεγαλύτερη ήττα". Κάλεσε τους Βενετούς να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να προσπαθήσουν να πείσουν τους Οθωμανούς να υπογράψουν μια ειρηνευτική συνθήκη, αλλά οι Οθωμανοί δεν θέλησαν να προσφέρουν ευνοϊκούς όρους. Ο Στέφανος έστειλε επιστολές στους Ευρωπαίους ηγέτες για να ζητήσει την υποστήριξή τους κατά των Οθωμανών, υπενθυμίζοντάς τους ότι η Μολδαβία ήταν «η Πύλη του Χριστιανισμού» και «ο προμαχώνας της Ουγγαρίας και της Πολωνίας και φύλακας αυτών των βασιλείων». Ο Πάπας Σίξτος Δ΄ τον επαίνεσε ως Verus christiane fidei athleta ("Αληθινός αθλητή της χριστιανικής πίστης"). Ωστόσο, ούτε ο Πάπας ούτε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή δύναμη έστειλε υλική υποστήριξη στη Μολδαβία.Ο κουνιάδος του Στεφάνου Αλέξανδρος κατέλαβε το Πριγκιπάτο της Θεοδωρούς στην Κριμαία, επικεφαλής Μολδαβικού στρατού. Ο Στέφανος αποφάσισε επίσης να απποπέμψει τον πρώην προστατευόμενό του, Βασάραβα Λαϊότα, από τη Βλαχία γιατίείχαε υποστηρίξει τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια της εισβολής τους στη Μολδαβίας. Συνήψε συμμαχία με το Ματθαίο Κορβίνο τον Ιούλιο, πείθοντας τον να απελευθερώσει τον αντίπαλο του Βασάραβα, Βλαντ Δράκουλα, που είχε φυλακιστεί στην Ουγγαρία το 1462. Ο Στέφανος και ο Βλαντ έκαναν συμφωνία για τον τερματισμό των συγκρούσεων μεταξύ της Μολδαβίας και της Βλαχίας, αλλά ο Κορβίνος δεν τους υποστήριξε να εισβάλουν στη Βλαχία. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Πριγκιπάτο της Θεοδωρούς και τις αποικίες της Γένουας στην Κριμαία πριν από το τέλος του 1475. Ο Στέφανος διέταξε την εκτέλεση των Οθωμανών κρατουμένων στη Μολδαβία για να πάρει εκδίκηση για τη σφαγή του Αλέξανδρου της Θεοδωρούς και των ακολούθων του. Στη συνέχεια οι Ενετοί, που ήταν σε πόλεμο εναντίον των Οθωμανών από το 1463, θεώρησαν το Στέφανο ως κύριο σύμμαχό τους. Με την υποστήριξη τους, απεσταλμένοι του Στεφάνου προσπάθησαν να πείσουν την Αγία Έδρα να χρηματοδοτήσει άμεσα τον πόλεμο του Στέφανου, αντί να στείλει τα χρήματα στο Ματθαίο Κορβίνο. Η Σινιορία (κυβέρνηση) της Βενετίας τόνισε «Κανείς δεν πρέπει να αγνοείτο βαθμό στον οποίο ο Στέφανος θα μπορούσε να επηρεάσει την εξέλιξη των γεγονότων, με ένα ή τον άλλο τρόπο», αναφερόμενη στον εξέχοντα ρόλο του στο αντιοθωμανική συμμαχία.

Ο Στέφανος προσπάθησε να κινητοποιήσει τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις απευθυνόμενος στον πάπα και τη Βενετία, ωστόσο ούτε και πάλι έλαβε ουσιαστική βοήθεια. Έτσι την επόμενη χρονιά βρέθηκε πάλι μόνος απέναντι στη νέα τουρκική εισβολή. Αυτή τη φορά όμως ο εξοργισμένος σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής προετοίμασε καλύτερα την εκστρατεία. Τέθηκε προσωπικά επικεφαλής του στρατού του (άνω των 100.000), έλαβε ένα σώμα στρατού από τον υποτελή βοεβόδα της Βλαχίας και προσέγγισε τους Τατάρους της Κριμαίας τούς οποίους έπεισε να εισβάλουν στη Μολδαβία από το βορρά, αλλά ο Στέφανος τους απέκρουσε. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα ένα μέρος του μολδαβικού στρατού να εγκαταλείψει τον ηγεμόνα του για να υπερασπιστεί τις περιοχές που ερημώνονταν από τους Τατάρους. Ο Σουλτάνος εισέβαλε στη Μολδαβία στα τέλη Ιουνίου του 1476. Οι Βλάχοι υποστήριξαν και πάλι τους Οθωμανούς, ενώ ο Ματθαίος Κορβινός έστειλε στρατό για να βοηθήσει τον Στέφανο. 

Ο Στέφανος υιοθέτησε μια πολιτική καμένης γης, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει τη μάχη. Στις 26 Ιουλίου του 1476 με περιορισμένες δυνάμεις, όχι περισσότερες από 20.000, αντιμετώπισε το σουλτανικό στρατό στο δάσος του Ραζμποϊένι, στη Μάχη της Βάλεα Άλμπα. Η πολύωρη και λυσσαλέα μάχη έληξε με ολοκληρωτική νίκη των Οθωμανών και πολύ μεγάλες απώλειες και για τους δύο αντιπάλους. Ο μολδαβικός στρατός διαλύθηκε και ο Στέφανος με ελάχιστους συντρόφους διέφυγε στα βόρεια της χώρας, ίσως και στην Πολωνία,όπου άρχισε να συγκεντρώνει νέο στρατό. Οι Οθωμανοί πάντως δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τα φρούρια της Σουτσεάβα και της Νέαμτς. Ο Μωάμεθ προήλασε προς το εσωτερικό της χώρας και πολιόρκησε ανεπιτυχώς διάφορα οχυρά. Σύντομα ήρθε σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, λόγω έλλειψης εφοδίων και χολέρας που ενέσκηψε στο τουρκικό στράτευμα. Η συνεχής παρενόχληση από πλευράς του Στεφάνου και η συγκέντωση στρατευμάτων στην Τρανσυλβανία υπό τον Ούγγρο Πρίγκιπα της περιοχής, έπεισαν τον σουλτάνο να εγκαταλείψει τη Μολδαβία. Ο βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Σφραντζής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μωάμεθ Β΄ "είχε υποστεί περισσότερες ήττες από τις νίκες" κατά την εισβολή στη Μολδαβία. Με την υποστήριξη της Ουγγαρίας, ο Στέφανος και ο Βλαντ Δράκουλας εισέβαλαν στη Βλαχία, αναγκάζοντας το Βασάραβα Λαϊότα να φύγει το Νοέμβριο του 1476. Ο Στέφανος επέστρεψε στη Μολδαβία, αφήνοντας τα μολδαβικά στρατεύματα πίσω για την προστασία του Βλαντ. Οι Οθωμανοί εισέβαλαν στη Βλαχία για να επαναφέρουν το Βασάραβα Λαϊότα. Ο Δράκουλας και οι Μολδαβοί ακόλουθοί του εσφάγησαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου 1477. Ο Στέφανος εισέβαλε και πάλι στη Βλαχία και αντικατέστησε το Βασάραβα Λαϊότα με το Βασάραβα Δ΄ το Νεότερο. Ο Στέφανος έστειλε τους απεσταλμένους του στη Ρώμη και τη Βενετία για να πείσει τις Χριστιανικές δυνάμεις να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών. Αυτός και η Βενετία θέλησαν επίσης να εμπλέξουν τη Μεγάλη Ορδή στον αντιοθωμανικό συνασπισμό, αλλά οι Πολωνοί δεν θέλησαν να επιτρέψουν στους Τάταρους να διασχίσουν τα εδάφη τους. 

Για να ενισχύσει τη θέση του στο εξωτερικό, ο Στέφανος υπέγραψε νέα συνθήκη με την Πολωνία στις 22 Ιανουαρίου 1479, υποσχόμενος να ορκιστεί προσωπικά στον Κάζιμιρ Δ΄ στην Κολομέα (σήμερα Κολομία στην Ουκρανία), αν το ζητούσε ειδικά ο βασιλιάς. Η Βενετία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έκαναν ειρήνη τον ίδιο μήνα, η Ουγγαρία και τη Πολωνία τον Απρίλιο. Αφού ο Βασάραβα ο Νεότερος πλήρωνε φόρο υποτέλειας στο σουλτάνο, ο Στέφανος έπρεπε να επιδιώξει συμφιλίωση με τους Οθωμανούς. Το Μάιο του 1480 υποσχέθηκε να ανανεώσει τον ετήσιο φόρο, που είχε σταματήσει να πληρώνει το 1473. Αξιοποιώντας την ειρήνη, ο Στέφανος προετοίμασε μια νέα σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εισέβαλε και πάλι στη Βλαχία και αντικατέστησε το Βασάραβα το Νεότερο με κάποιο Μιρτσέα, αλλά ο Βασάραβα ανέκτησε τη Βλαχία με Οθωμανική υποστήριξη. Οι Βλάχοι και οι Οθωμανοί τους σύμμαχοι εισέβαλαν στη Μολδαβία την άνοιξη του 1481. Ο Mωάμεθ Β΄ πέθανε το 1481. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο γιων του, Βαγιαζίτ Β΄και Τζεμ, επέτρεψε στο Στέφανο να διεισδύσει στη Βλαχία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία τον Ιούνιο. Ο ίδιος κατατρόπωσε το Βασάραβα το Νεότερο στο Ρίμνικου Βίλτσεα και τοποθέτησε στο θρόνο τον ετεροθαλή αδελφό του Βλαντ Δράκουλα, Βλαντ το Μοναχό. Μετά την επάνοδο του Βασάραβα του Νεότερου με Οθωμανική υποστήριξη, ο Στέφανος έκανε μια τελευταία προσπάθεια να εξασφαλίσει την επιρροή του στη Βλαχία. Οδήγησε και πάλι το στρατό του στη Βλαχία και νίκησε το Βασάραβα το Νεότερο, που πέθανε στη μάχη. Παρόλο που ο Βλάντ ο Μοναχός αποκαταστάθηκε, σύντομα αναγκάστηκε να δεχτεί την επικυριαρχία του σουλτάνου. Ο Mατθαίος Κορβίνος υπέγραψε πενταετή ανακωχή με το Βαγιαζίτ Β΄ τον Οκτώβριο του 1483. Η εκεχειρία εφαρμόστηκε σε όλη τη Μολδαβία, με εξαίρεση τα λιμάνια. Ο Βαγιαζίτ εισέβαλε στη Μολδαβία και κατέλαβε την Κίλια στις 14 Ιουλίου 1484. Ο υποτελής του, Μένλι Α΄ Τζιράι, χαν του Χανάτου της Κριμαίας εισέβαλε επίσης στη Μολδαβία και κατέλαβε την Τσετάτεα Αλμπα στις 3 Αυγούστου. Η κατάληψη των δύο λιμανιών εξασφάλισε τον έλεγχο των Οθωμανών στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Βαγιαζίτ εγκατέλειψε τη Μολδαβία μόνο όταν ο Στέφανος πήγε προσωπικά να του αποδώσει φόρο υποτέλειας. Η απώλεια της Κιλία και της Τσετάτεα Αλμπα τερμάτισε τον έλεγχο της Μολδαβίας σε σημαντικές εμπορικές οδούς. Για να αποζημιώσει το Στέφανο, ο Κορβίνος του παραχώρησε τις κτήσεις Τσιτσέου και Τσετατέα ντι Μπάλτι στην Τρανσυλβανία, αλλά δεν θέλησε να παρβιάσει την εκεχειρία του με τους Οθωμανούς. Για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Κάζιμιρ Δ΄ ο Στέφανος πήγε στην Κολομέα και του ορκίστηκε πίστη στις 12 Σεπτεμβρίου 1485. Η τελετή πραγματοποιήθηκε σε μια σκηνή, αλλά το παραπέτασμά της τραβήχθηκε τη στιγμή που ο Στέφανος είχε γονατίσει μπροστά στον Κάζιμιρ. Τρεις μέρες αργότερα, ο Κάζιμιρ Δ΄ δεσμεύτηκε ότι δεν θα αναγνώριζε την κατάληψη της Κιλία και της Τσετάτεα Αλμπα από τους Οθωμανούς χωρίς τη συγκατάθεση του Στεφάνου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Στεφάνου στην Πολωνία, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στη Μολδαβία και λεηλάτησαν τη Σουτσεάβα. Προσπάθησαν επίσης να τοποθετήσουν στο θρόνο ένα διεκδικητή του, τον Πέτρο Χρονόντα. Ο Στέφανος επέστρεψε από την Πολωνία και νίκησε τους εισβολείς με πολωνική βοήθεια το Νοέμβριο. Πάλι νίκησε τους Οθωμανούς στη Σκέια το Μάρτιο του 1486, αλλά δεν μπόρεσε να ανακαταλάβει την Κίλια και την Τσετάτεα Αλμπα. Το 1486 υπέγραψε τριετή εκεχειρία με τους Οθωμανούς, υποσχόμενος να πληρώνει τον ετήσιο φόρο στο σουλτάνο.

ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ
Η Πολωνία συνήψε συνθήκη ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1489, αναγνωρίζοντας την απώλεια της Κιλία και της Τσετάτεα Αλμπα, χωρίς τη συγκατάθεση του Στέφανου. Παρόλο που η συνθήκη επιβεβαίωσε τα σύνορα της Μολδαβίας, ο Στέφανος το θεώρησε ως παραβίαση της συμφωνίας του 1485 με τον Κάζιμιρ Δ΄. Αντί να αποδεχθεί τη συνθήκη, αναγνώρισε την επικυριαρχία του Ματθαίου Κορβίνου. Ωστόσο ο Κορβίνος πέθανε απροσδόκητα στις 6 Απριλίου 1490. Τέσσερις υποψήφιοι διεκδίκησαν την Ουγγαρία, συμπεριλαμβανομένων του Μαξιμιλιανού των Αψβούργων και δύο γιων του Κάζιμιρ Δ΄, του Βλαδίσλαου και του Ιωάννη Αλβέρτου. Ο Στέφανος υποστήριξε τον Μαξιμιλιανό των Αψβούργων, που παρότρυνε τα Τρία Εθνά της Τρανσυλβανίας να συνεργαστούν με το Στέφανο εναντίον των αντιπάλων του. Ωστόσο οι περισσότεροι Ούγγροι άρχοντες και αρχιερείς υποστήριξαν το Βλαδίσλαο, που στέφθηκε βασιλιάς στις 21 Σεπτεμβρίου, αναγκάζοντας το Μαξιμιλιανό να αποχωρήσει από την Ουγγαρία το Νοέμβριο. Επειδή ο Ιωάννης Αλβέρτος (που ήταν ο κληρονόμος του πατέρα του στην Πολωνία) δεν εγκατέλειψε τις αξιώσεις του ο Στέφανος αποφάσισε να υποστηρίξει το Βλαδίσλαο για να αποτρέψει μια προσωπική ένωση μεταξύ Ουγγαρίας και Πολωνίας. Εισέβαλε στην Πολωνία και κατέλαβε την Ποκούτια(στη σημερινή Ουκρανία). Ο Στέφανος υποστήριξε επίσης το Βλαδίσλαο ενάντια στους Οθωμανούς που εισέβαλαν στην Ουγγαρία αρκετές φορές μετά το θάνατο του Κορβίνου. Σε αντάλλαγμα ο Βλαδίσλαος επιβεβαίωσε τις αξιώσεις του Στεφάνου για το Τσιτσέου και την Τσετάτεα ντε Μπάλτα στην Τρανσυλβανία. Ο Ιωάννης Αλβέρτος με τη σειρά του αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τον αδελφό του ως νόμιμο βασιλιά στα τέλη του 1491. Ο Κάζιμιρ Δ΄ πέθανε στις 7 Ιουνίου 1492. Ένας από τους νεότερους γιους του, ο Αλέξανδρος, τον διαδέχθηκε στη Λιθουανία και ο Ιωάννης Αλβέρτος εξελέγη βασιλιάς της Πολωνίας στα τέλη Αυγούστου. Ο Ιβάν Γ΄ της Ρωσίας, Μεγάλος Πρίγκιπας της Μόσχας, εισέβαλε στη Λιθουανία για να διευρύνει την εξουσία του στα παραμεθόρια πριγκιπάτα. Τα επόμενα χρόνια ο Ιβάν και ο Στέφανος συντόνισαν τη διπλωματία τους, πράγμα που επέτρεψε στον Ιβάν να πείσει τον Αλέξανδρο να αναγνωρίσει την απώλεια σημαντικών εδαφών υπέρ της Μόσχας το Φεβρουάριο του 1494.

Η Οθωμανική πίεση επέφερε μια επαναπροσέγγιση μεταξύ Ουγγαρίας και Πολωνίας. Ο Βλαδίσλαος συναντήθηκε με τους τέσσερις αδελφούς του στο Λέκσε (σημερινό Λέβοτσα στη Σλοβακία) τον Απρίλιο του 1494 και σχεδίασαν μια σταυροφορία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο ο Ιωάννης Αλβέρτος ήθελε να ενισχύσει την πολωνική κυριαρχία στη Μολδαβία και να εκθρονίσει το Στέφανο υπέρ του Σιγισμούνδου, πράγμα που δημιούργησε νέες εντάσεις μεταξύ Πολωνίας και Ουγγαρίας. Λίγο μετά τη διάσκεψη ο Ιωάννης Αλβέρτος αποφάσισε να ξεκινήσει μια εκστρατεία κατά των Οθωμανών για να ανακαταλάβει την Κιλία και την Τσετάτεα Αλμπα. Φοβούμενος ότι η υποταγή της Μολδαβίας ήταν ο πραγματικός σκοπός του Ιωάννη Αλβέρτου, ο Στέφανος έκανε αρκετές προσπάθειες να αποτρέψει την εκστρατεία του. Με την υποστήριξη του Ιβάν Γ΄ έπεισε τον Αλέξανδρο της Λιθουανίας να μην συνεργαστεί με τον Ιωάννη Αλβέρτο. Ο σουλτάνος ​​έστειλε 600 γενίτσαρους στη Μολδαβία κατόπιν αιτήματος του Στεφάνου. Ο πολωνικός στρατός περνώντας το Δνείστερο μπήκε στο Μολδαβία στις 7 Αυγούστου 1497. Ο Στέφανος έστειλε τον καγκελάριό του Ισαάκ στον Ιωάννη Αλβέρτο, ζητώντας την απόσυρση των πολωνικών δυνάμεων από τη Μολδαβία, αλλά ο Ιωάννης Αλβέρτος φυλάκισε τον Ισαάκ. Οι Πολωνοί τότε πολιόρκησαν τη Σουτσεάβα στις 24 Σεπτεμβρίου. Μετά από λίγο, ξέσπασε πανώλης στο πολωνικό στρατόπεδο , ενώ ο Βλαδίσλαος της Ουγγαρίας έστειλε έναν στρατό 12.000 ανδρών στη Μολδαβία, αναγκάζοντας τον Ιωάννη Αλβέρτο να άρει την πολιορκία στις 19 Οκτωβρίου. Οι Πολωνοί άρχισαν να βαδίζουν προς την Πολωνία, αλλά ο Στέφανος τους προσέβαλε και τους κατατρόπωσε σε ένα φαράγγι στη Βουκοβίνα στις 25 και 26 Οκτωβρίου. Για να διευρύνει τη νίκη του ο Στέφανος έκανε αρκετές επιδρομές στην Πολωνία τους επόμενους μήνες. Έκανε ειρήνη με τον Ιωάννη Αλβέρτο μόνο αφού η Πολωνία και η Ουγγαρία συνήψαν μια νέα συμμαχία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Η υγεία του Στέφανου εξασθένησε κατά τα τελευταία χρόνια του. Ο Δόγης της Βενετίας έστειλε έναν γιατρό, το Ματέο Mουριάνο, στη Μολδαβία για να τον θεραπεύσει. Ο γιος και συνηγεμόνας του Στέφανου, Μπογκντάν, διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις με την Πολωνία για μια συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη, που ο Στέφανος επικύρωσε στο Χιρλάου το 1499, έβαλε τέλος στην πολωνική κυριαρχία στη Μολδαβία. Ο Στέφανος σταμάτησε και πάλι να πληρώνει φόρο τους Οθωμανούς το 1500. Εισέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά δεν μπόρεσε να ανακαταλάβει την Κιλία ή την Τσετάτεα Αλμπα. Οι Τάταροι της Μεγάλης Ορδής εισέβαλαν στη νότια Μολδαβία, αλλά ο Στέφανος τους νίκησε με την υποστήριξη των Τάταρων της Κριμαίας το 1502. Έστειλε επίσης ενισχύσεις στην Ουγγαρία για να πολεμήσουν κατά των Οθωμανών. Η Ουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνήψαν μια νέα ειρηνευτική συνθήκη στις 22 Φεβρουαρίου 1503, που περιελάμβανε και τη Μολδαβία. Από τότε στο εξής ο Στέφανος πλήρωνε και πάλι ετήσιο φόρο στους Οθωμανούς. Όταν ο Στέφανος ήταν ετοικοθάνατος οι βογιάροι που αντιτάχθηκαν στον Μπογκντάν, επαναστάτησαν, αλλά κατεστάλησαν. Στην επιθανάτια κλίνη του προέτρεψε το Μπογκντάν να συνεχίσει να αποδίδει το φόρο στο σουλτάνο. Πέθανε στις 2 Ιουλίου και ετάφη στο Μοναστήρι Πούτνα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο βοεβόδας Στέφανος είχε συνήθεια μετά από κάθε μάχη να χτίζει μοναστήρια και εκκλησίες, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε πέραν των σαράντα. Έδωσε δε περισσότερες από τριαντατέσσερεις νικηφόρες μάχες. Ήταν ταπεινός και χαρακτηριστικά έλεγε ότι ο Θεός κατατρόπωσε τους εχθρούς μας. Κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ισχυρό κράτος. Είχε επίσης τη συνήθεια μετά από τις νικηφόρες μάχες να κρατάει πολυήμερη αυστηρή νηστεία όχι μόνο αυτός αλλά και οι υπήκοοί του. Λέγεται επίσης ότι πρίν από τη διεξαγωγή διαφόρων πολεμικών επιχειρήσεων συνήθιζε να παντρεύει εικοσιτέσσερα αγόρια και άλλα τόσα κορίτσια προικίζοντάς τους και δίνοντάς τους διάφορες τιμές και αξιώματα. Ο Άγιος Στέφανος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες του Αγίου Όρους μετά από την άλωση της Βασιλεύουσας. Πολλές μονές δέχτηκαν τη βοήθειά του, όπως η Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου η οποία ανακαινίστηκε εξολοκλήρου από αυτόν, η Ιερά Μονή Ζωγράφου της οποίας είναι ο δεύτερος μεγάλος κτίτορας και η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου της οποίας έχτισε τον αρσανά (λιμάνι) στον οποίο σώζεται μια μαρμάρινη πλάκα στην οποία παριστάνεται ο άγιος Στέφανος να δωρίζει τον αρσανά στην Παναγία.

Δώρισε δε πολλά χειρόγραφα (μηναία, τετραευάγγελα, ευαγγέλια, αποστόλους και άλλα) καθώς επίσης χρυσοκέντητα πετραχίλια, αέρα και «ποδιές» σε διάφορα μοναστήρια του Αγίου Όρους αλλά και της Μολδαβίας. Στις 20 Ιουνίου 1992 μ.Χ. η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρουμανίας τον κατέταξε επισήμως στο αγιολόγιο.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟς



Σε αυτή την ανάρτηση σας παρουσιάζουμε την βιογραφία όχι του «γνωστού» ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ που όλοι γνωρίζουμε και γιορτάζει στις 5 Δεκεμβρίου αλλά του Οσίου Σάββα του Βατοπαιδινού. Είναι ο άγιος στον οποίο αναφερθήκαμε σε μία από τις τελευταίες αναρτήσεις στο δικό μας blog, όταν αναφερόμασταν στην ιστορία της διάσωσης και ανεύρεσης της εικόνας της Παναγίας της Βηματάρισσας ή Κτιτόρισσας στην ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ. Ας δούμε λοιπόν την βιογραφία του.
ΟΣΙΟΣ ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
Ο Όσιος Σάββας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη περί το 1280 μ.Χ. από  γονείς που ήταν καλοί χριστιανοί, και οι οποίοι τελικά μόνασαν. Ο βιογράφος του Οσίου ήταν ο Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (που γιορτάζει στις 11 Οκτωβρίου)  που τον γνώριζε και προσωπικά τον Όσιο Σάββα και ο οποίος τον εγκωμιάζει με τα καλύτερα λόγια. Ο όσιος ονομαζόταν στην κοσμική ζωή Στέφανος. Έλαβε καλή βασική μόρφωση και από νωρίς αγάπησε θερμά τις αρετές του χριστιανισμού με αποτέλεσμα να ήταν σε όλους πολύ αγαπητός. Από νέος εγκαταλείπει την Θεσσαλονίκη και την οικογενειακή ασφάλεια και αγάπη και έρχεται στο Άγιο Όρος. Τίθεται στην υπακοή σεβάσμιου και έμπειρου Γέροντα στην περιοχή των Καρυών και σε κελλί που υπαγόταν στην μονή Βατοπαιδίου. Στην βάπτισή του ως μοναχός λαμβάνει το όνομα Σάββας. Υπόμενε με υπομονή την αυστηρότητα του Γέροντα του και τη σκληρότητα της υπερβολικής του εγκράτειας. Η πείνα, η δίψα, η ολονύκτια αγρυπνία, και η ορθοστασία τον συνόδευαν πάντοτε. Ο αυστηρός του Γέροντας, του ήταν πολύ αγαπητός, αφού τον θεωρούσε βέβαιο οδηγό της σωτηρίας του. Ο ίδιος ήταν πολύ αγαπητός σε όλους τους άλλους μοναχούς οι οποίοι και χαίρονταν τη συνομιλία μαζί του. Λόγω της μεγάλης του ταπεινοφροσύνης αρνήθηκε να δεχθεί την ιερωσύνη που του πρότειναν επανειλημμένα. Βλέποντας πως οι γέροντες επέμεναν στο να γίνει ιερέας, την ημέρα της χειροτονίας του κρύφθηκε σε μέρος που αδυνατούσαν να τον ανακαλύψουν και έτσι δεν τελέστηκε η τελετή της ιεροσύνης του. Πολλά είναι τα  γεγονότα που φανερώνουν το μέγεθος της χριστιανικής του αρετής. Για παράδειγμα όταν σε μεγάλο ταξίδι πεζοπορώντας φορτώνει  στον ώμο του τα πράγματα και τον ίδιο τον αδελφό συνοδοιπόρο του. Λόγω των συνεχών επιδρομών των Καταλανών ο Γέροντας του αναχωρεί με άλλους πατέρες για την μονή της Θεοτόκου της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος μη θέλοντας να έχει τις περιποιήσεις των γονέων του και τις κολακείες των γνωστών, φίλων και συγγενών, αναχωρεί για τα νησιά του Αιγαίου, Λήμνο, Λέσβο και Χίο και καταλήγει στη Μικρά Ασία, και συγκεκριμένα στην Έφεσο. Επισκέπτεται την Πάτμο και άλλα νησιά και καταλήγει τελικά στην Κύπρο. Μετά από θερμή προσευχή αποφασίζει ν’ ακολουθήσει τη δύσκολη οδό της διά Χριστόν σαλότητος, που σημαίνει ότι απορρίπτει όλα τα ρούχα του με αποτέλεσμα να περιφέρεται στα βουνά άστεγος και γυμνός, αλλά και στις πόλεις άγνωστος, αμίλητος, άσιτος και απρόσιτος. Νεκρός για τον κόσμο ζούσε με συνεχή νηστεία η μάλλον ασιτία. Έφθανε στο σημείο να τρώει μια φορά την εβδομάδα μόνο άγρια χόρτα. Δεν είχε στρώμα, στέγη, ένδυση, φιλίες και γνωριμίες. Ζούσε πράγματι μια ζωή σπάνια, απερίγραπτη, ασυνήθιστη κι απίθανη. Εκτεθειμένος στον καύσωνα, στο ψύχος, στην καταιγίδα, τη νεροποντή, τον άνεμο, τα θηρία, τα ερπετά, και τη στέρηση απορούσε κανείς πως δεν τον επισκεπτόταν ο θάνατος. Αρκετοί τον θεωρούσαν παράφρονα και τον περιφρονούσαν και απομακρύνονταν από κοντά του. Μερικοί όμως με το πέρασμα του χρόνου άρχιζαν να τον σέβονται και να τον τιμούν, υποψιαζόμενοι τον μυστικό αγώνα του και την επιλεγμένη σιωπή του. Με τον πνευματικό αγώνα που έδινε πολεμούσε την ηδονή, την αλαζονεία, την υπεροψία και την  εμπάθεια. Ορισμένοι τον παρεξηγούσαν, τον υποπτεύονταν, τον έβριζαν κι έφθασαν ακόμη και να τον δείρουν ανελέητα. Εκείνος όμως είχε μια υπέροχη συγχωρητικότητα και θεωρούσε τις κατά του εαυτού του ενέργειες των ανθρώπων καθαρά δαιμονοκίνητες. Κάποτε που εισήλθε σε ένα μοναστήρι παπικών που γευμάτιζαν εξήλθε αιμόφυρτος από το ξύλο που του έδωσαν θεωρώντας τον ως απατεώνα. Παντού και πάντοτε διατηρούσε τη σιωπή, την προσευχή και την ταπείνωση. Έφθασε όμως ο καιρός που η περιφρόνηση, η κακομεταχείριση και η υβρεολογία μετατράπηκε σε θαυμασμό, δόξα και τιμή για τον όσιο. Ο ευλαβής κυπριακός λαός άρχισε να τον τιμά ως άγιο, ενώ ακόμη ζούσε, με ιδιαίτερη αγάπη. Η τιμή όμως ενοχλούσε υπερβολικά τον συγκεκριμένο άνθρωπο, όπως άλλους η ατιμία, και έτσι αποφάσισε την αναχώρηση από τη Κύπρο, όπου έζησε πολύ καιρό με θαυμαστούς αγώνες. Βαρύ πένθος κατέλαβε τους Κύπριους με την αποχώρηση του. Μετά από περιπέτειες έφθασε στους Αγίους Τόπους και έγινε ταπεινός προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των άλλων προσκυνημάτων. Κατόπιν επισκέφθηκε το όρος Σινά ως αρχάριος και ανίδεος με την ανυπέρβλητη και πρωτοφανή μετριοφροσύνη του. Επιστρέφει στα Ιεροσόλυμα και εγκλείεται στα ασκητήρια που υπήρχαν μετά τον ποταμό Ιορδάνι. Η κλίση που έδειχνε ήταν μεγάλη για την αφάνεια, την ασημότητα, την αδοξία και τη μυστικότητα. Πολλοί ήταν αυτοί που συνέτρεχαν από παντού, διδάσκονταν από τη σιωπή του και ευφραίνονταν από τη γαλήνη της θέας του προσώπου του. Αρκούνταν σε μερικά νεύματα και φιλούσε τα πόδια τους. Όλοι τον είχαν για μεγάλο και σπουδαίο άνθρωπο του Θεού.

Φοβούμενος τη δόξα των ανθρώπων αναχώρησε πάλι κρυφά στη βαθύτερη έρημο για μεγαλύτερη άσκηση, ώστε να αποκάμει και να τον υπηρετούν άγγελοι. Ο Χριστός του φανερώθηκε για δεύτερη φορά και αυτή ήταν η μεγαλύτερη χαρά του. Νέοι κίνδυνοι και νέοι φοβεροί πειρασμοί τον οδήγησαν κοντά στον θάνατον, αλλά τελικά σώθηκε. Εισήλθε στη μονή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, όπου έγινε γνωστός και του απέδωσαν μεγάλες τιμές μοναχοί και λαϊκοί που συνέτρεξαν να τον δούν. Εκείνος όμως έμεινε ατάραχος στην ησυχία και προσευχή. Έφθασε να μεταστεί σωματικά, ύστερα από σαρανταήμερη τελεία νηστεία, ορθοστασία κι αγρυπνία. θα νόμιζε κανείς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του, ότι πρόκειται για ακίνητο άγαλμα. Είδε για τρίτη φορά τον Χριστό φως και γέμισε από ευφροσύνη. Στη συνέχεια της ζωής του έμενε αναπόσπαστος στη θέα της καταπληκτικής εκείνης θεοφάνειας. Γι’ αυτό και δεν εκινείτο διόλου, αλλά έμενε στο ίδιο μέρος ακίνητος επί πολύ. Κατόπιν αποφάσισε να πάει υποτακτικός στο κοινόβιο του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη, προς έκπληξη των εκεί μοναζόντων, όπου ανέλαβε το διακόνημα του εκκλησιαστικού. Η θεία χάρη που είχε μέσα του τον έκανε να επιτελεί θαύματα, να ημερεύει λιοντάρια και να τον υπακούουν. Με θεϊκή δι’ αγγέλου εντολή αναχώρησε από το μοναστήρι. Οι μοναχοί τον αποχωρίσθηκαν θλιμμένοι. Στα Ιεροσόλυμα τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές. Πορεύθηκε προς τη Δαμασκό και την Αντιόχεια της Συρίας. Στον δρόμο του συνάντησε μια γυναίκα με το νεκρό παιδι της στην αγκαλιά της. Βλέποντας τα δάκρυά της και τις παρακλήσεις της το ανέστησε. Για να αποφύγει τις τιμές αναχώρησε αμέσως αλλάζοντας δρόμο. Με πλοίο έφθασε στην Κρήτη, όπου επί διετία ασκήθηκε στα έρημα βουνά της με υπεράνθρωπο τρόπο, ώστε να ασθενήσει. Κατόπιν μετέβη στην Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ηράκλεια και την Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε σιωπηλός κι έγκλειστος στη μονή του Αγίου Διομήδους. Η φήμη όμως δεν μπόρεσε πάλι να κρυφτεί. Τον αναζήτησε ο πατριάρχης Ησαΐας και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ ο Παλαιολόγος. Του ζητήθηκε και υπέγραψε ορθή ομολογία πίστεως. Επέστρεψε στο Άγιον Όρος, το περιόδευσε και ήρθε στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου είχε επιστρέψει και ο Γέροντάς του και είχε αναπαυθεί. Ο πάντα ταπεινόφρων Σάββας προτίμησε την υπακοή. Έλυσε τη σιωπή του και έγινε ξανά εκκλησιαστικός, ψάλτης, αναγνώστης, τραπεζάρης και νοσοκόμος. Σε όλα τα διακονήματα που αναλάμβανε ήταν πρόθυμος, ακριβής, προσεκτικός και αποδοτικός. Υπόδειγμα μοναχού, κυρίως στο ναό, αλλά και στο διακόνημα και στο κελλί του. Δίδασκε με το βιωμένο του παράδειγμα, το ύφος και το ήθος του, τη στάση του, και την προσευχή του. «Όλη η Βατοπαιδινή αδελφότητα τον παρακαλούσε να δεχθεί την ιερωσύνη, μα στάθηκε αδύνατον, θέλοντας ν’ ασχολείται μόνο με τον εαυτό του κι όχι με τους άλλους. Απόφευγε πάντα τις τιμές, αγαπούσε υπερβολικά την ταπείνωση κι υπόμενε τις δοκιμασίες, τρέφοντας περισσή αγάπη στον ηγούμενο και τους αδελφούς του, που τους δίδασκε όλους με την ησυχη κι απαθή ζωή του. Η ζωή του στο Βατοπαίδι ηταν γεμάτη από θεοφάνειες κι αγγελοφάνειες».
Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1341 - 1347 μ.Χ.) οι Βατοπαιδινοί αδελφοί του και οι Αγιορείτες πατέρες τον πίεσαν αφόρητα να ηγηθεί ειρηνευτικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να τερματισθεί ο φοβερός εμφύλιος σπαραγμός. Υπάκουσε ξανά, παρότι προείδε και προείπε ότι η αποστολή τους δεν θα έχει αίσιο τέλος. Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και κατά την διάρκεια μίας ολόκληρης εξαετίας αφοσιώθηκε στην προσευχή, αφού οι λόγοι του περί ειρήνης και ομονοίας δεν εισακούονταν. Οι προσευχές του για τον παρασυρμό των ανθρώπων από τα άγρια πάθη ήταν συνεχείς ενώ οι λόγοι του υπέρ συμφιλιώσεως των αντιμαχόμενων πολύ λίγοι. Με σκληρά λόγια, για πρώτη φορά, μίλησε κατά του Ανδρέα Παλαιολόγου, που ηγείτο του κινήματος των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη και ήταν υπαίτιος πολλών αιματοχυσιών κι ανθρωποκτονιών. Συνέχεια των πολιτικών ταραχών υπήρξαν οι εκκλησιαστικές έριδες με αρχηγό τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό, φοβερό πολέμιο του ιερού ησυχασμού και υποκειμενικό ερμηνευτή των θείων δογμάτων. Ο όσιος Σάββας έγινε ορθός υπερασπιστής των δογμάτων και αυστηρός κατήγορος του Γρηγορίου Ακινδύνου, ακολούθου του Βαρλαάμ. Ο ίδιος ο Σάββας ήταν σύμβουλος του αυτοκράτορας Ιωάννου ΣΤ του Καντακουζηνού, τον όποιο στήριζε με τις προσευχές του και υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας.
Ο αυτοκράτορας πρότεινε στην Εκκλησία την εκλογή του Σάββα ως πατριάρχη και όλοι συμφώνησαν απόλυτα. Εκείνος όμως επίμονα αρνήθηκε. Αναγκάσθηκε να έλθει ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του για να τον πείσει, αλλά στάθηκε τελείως αδύνατο, παρότι τον παρακαλούσε ικετευτικά έπι ημέρες και είχαν ετοιμασθεί όλα τα της χειροτονίας του. Η ταπείνωση του δεν τον άφηνε να ανέρχεται αλλά μόνο να κατέρχεται, να κρύβεται, να κάνει τον αμαθή, να σιωπά. Πέρασε την τελευταία εξαετία της ζωής του σχεδόν έγκλειστος στη μονή της Χώρας. Προείδε το τέλος του και το ανάφερε στον μαθητή του, λέγοντάς του λόγους περί ταπεινοφροσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά περί το 1349 μ.Χ.
Πράγματι η βιογραφία του από τον αγίο Φιλοθέο Κοκκίνου αποτελεί εξαιρετικό αγιολογικό κείμενο. Είναι ένα από τα καλύτερα αθωνικά συναξάρια. Ο βίος υπάρχει σε αρκετά αγιορειτικά χειρόγραφα.
Αναφέρεται πως τον Οκτώβριο του 1840 μ.Χ., όταν γίνονταν επισκευές στο οστεοφυλάκειο τοϋ κοιμητηρίου της μονής Βατοπαιδίου, βρέθηκαν τα οστά ενός μοναχού να ευωδιάζουν. Του απεδόθη το όνομα Ευδόκιμος. Ο ασκητής Ιάκωβος ανέφερε στη σύναξη της μονής ότι πρόκειται για τον όσιο Σάββα τον Βατοπαιδινό, προφανώς ύστερα από κάποια αποκάλυψη. Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης αναφέρει πως ο όσιος Σάββας παρουσιάσθηκε σε Βατοπαιδινό Γέροντα Κελλιώτη, τον όποιο θεράπευσε από ασθένεια, και του είπε: «Δεν λέγομαι Ευδόκιμος, άλλα Σάββας Μοναχός. Πλην να ειπής εις τους Πατέρας της Ιεράς Μονής να με αποκαλώσιν Εύδόκιμον».
Η μνήμη του τιμάται στις 11 Οκτωβρίου και στις 15 Ιουνίου, την Τετάρτη της Διακαινησίμου μετά των Σιναϊτών Αγίων και στις 10 Ιουλίου μετά των Βατοπαιδινών Αγίων.


Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Ως ΕΦΑΙΣΤΙΟΣ?


Πότε μία εικόνα χαρακτηρίζεται ως εφαίστιος?

Ας δούμε καταρχήν ετυμολογικά τι σημαίνει η λέξη ΕΦΑΙΣΤΙΟΣ. Η λέξη εφέστιος προέρχεται από την αρχαία λέξη εφέστιος που σημαίνει επί + εστία που σημαίνει προστάτης. Δηλαδή εφέστια σημαίνει προστάτιδα. Ποια είναι η σημασία της λέξης εφέστιος, -α, -ο?
Εστία είναι το τζάκι, η κεντρική φωτιά που υπήρχε στα παλιά σπίτια, στους ναούς κ.λ.π. Το νόημα δεν περιορίζεται όμως μόνο εκεί. Από εκεί βγαίνει και η έννοια της εστίας που είναι το σπίτι μας, ο τόπος μας, η πατρίδα μας. Προστάτιδα της εστίας μας είναι λοιπόν αυτή που προστατεύει το σπίτι, τον τόπο, την πατρίδα. Εδώ το νόημα είναι, ότι η παρουσιαζόμενη εικόνα προστατεύει το σημείο στο οποίο είναι τοποθετημένη, για παράδειγμα μία εκκλησία ή ένα ολόκληρο μοναστήρι. Δηλαδή όταν πρόκειται για μονή αυτή είναι μια εστία Ορθοδοξίας και προστατεύεται από αυτή την εικόνα που είναι τοποθετημένη μέσα στο μοναστήρι αυτό το οποίο και προστατεύει.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑΣ ή ΚΤΙΤΟΡΙΣΣΑΣ



Εξέχουσα θέση στην Μονή Βατοπεδίου, την μονή με τις επτά (7) θαυματουργές εικόνες της Παναγιάς, έχει η λεγομένη Βηματάρισσα Παναγία. Μία από τις σπουδαιότερες εικόνες που βρίσκονται στην χερσόνησο του ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ είναι η εικόνα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑΣ ή ΚΤΙΤΟΡΙΣΣΑΣ. Βρίσκεται συγκεκριμένα στην ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, της οποίας μάλιστα είναι η προστάτιδα εικόνα για αυτή την μονή για αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζεται και ως εφέστιος εικόνα της μονής Βατοπαιδίου. Είναι δηλαδή η προστάτιδα εικόνα ενός από τα σημαντικότερα ορθόδοξα μοναστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο, της μονής ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ. Ας δούμε τι μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε από το διαδίκτυο και την βιβλιογραφία που έχουμε στην κατοχή μας.

ΠΑΝΑΓΙΑ η ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑ ή ΚΤΙΤΟΡΙΣΣΑ

Η Παναγία η Βηματάρισσα ή Κτητόρισσα είναι η «εφέστιος» εικόνα της Μονής Βατοπαιδίου  Η εικόνα αυτή βρίσκεται σήμερα στο σύνθρονο του ιερού βήματος, λέγεται δε και “Κτιτόρισσα”, από το γεγονός ίσως ότι η ανεύρεσή της σχετίζεται με την ανοικοδόμηση της μονής από τους τρείς αδελφούς και κτίτορες της μονής, Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, που μόνασαν περί τα τέλη του Ι' αιώνα.
Κατά την παράδοση, ο  Αρκάδιος, γιός του Μεγάλου Θεοδοσίου του αυτοκράτορα, βρισκόμενος σε ναυάγιο, μεταφέρθηκε στην στεριά κάτω από μία βάτο, με θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, στην περιοχή όπου αργότερα.

Με την εικόνα αυτή σχετίζεται ένα θαύμα που έγινε τον 10ο αιώνα. Τότε όλες οι παραθαλάσσιες περιοχές μαστίζονταν από επιδρομές αράβων που λεηλατούσαν τα πάντα στο περασμά τους. Όταν κάποτε έγινε επιδρομή των Αράβων στη μονή, ο ιεροδιάκονος και βηματάρης δηλαδή ο επιμελητής του ιερού βήματος και συνεπώς, υπεύθυνος για τα άγια λείψανα και λοιπά κειμήλια που φυλάσσονται εκεί με το όνομα «μοναχός Σάββας» πρόλαβε και έκρυψε μέσα στο φρεάτιο της Αγίας Τράπεζας που ήταν ένα Αρχαϊκό χωνευτήρι μια πολύτιμη εικόνα της Θεοτόκου (που είναι η σημερινή εικόνα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑΣ) και ένα Σταυρό. Ο σταυρός αυτός ήταν του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μάλιστα τοποθέτησε μπροστά στην εικόνα και τον σταυρό μια αναμμένη λαμπάδα. Το μοναστήρι λεηλατήθηκε και οι μοναχοί , μαζί τους και ο μοναχός Σάββας οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Κρήτη. Μετά από εβδομήντα χρόνια ο επιζώσας ιεροδιάκονος απελευθερώθηκε και επέστρεψε στο μοναστήρι του. Πιο συγκεκριμένα μετά εβδομήντα χρόνια ελευθερώθηκε η Κρήτη από τους πειρατές, επί Νικηφόρου Φωκά του αυτοκράτορα, ελευθερώθηκε και ο όσιος Σάββας και επέστρεψε υπέργηρος στην Μονή. Εκεί βρήκε νέους, αγνώστους μοναχούς που δεν ήξεραν τίποτα για κρυμμένα κειμήλια. Τότε, τους ενημέρωση για την ύπαρξη της κρύπτης και άνοιξαν το φρεάτιο και βρήκαν την εικόνα και το Σταυρό όρθια πάνω στο νερό, ενώ η λαμπάδα έκαιγε ακόμη. Συνέβηκε δηλαδή διπλό θαύμα· τα ιερά αντικείμενα που είχαν πέσει μέσα στο νερό δεν καταστράφηκαν, από θαύμα και πρόνοια της Παναγίας, και η λαμπάδα έκαιγε εβδομήντα χρόνια χωρίς να εξαντλείται! Αφού έβγαλαν από το πηγάδι τα κειμήλια αυτά τοποθέτησαν σε θρόνο επί του Ιερού Βήματος πίσω από την Αγία Τράπεζα την εικόνα της Παναγιάς και μπροστά της την λαμπάδα που από τότε εις ένδειξη ευγνωμοσύνης οι μοναχοί προσπαθούν να την κρατούν, συμπληρώνοντας κερί, άσβεστη μέχρι και σήμερα. Έκτοτε σε ανάμνηση του θαύματος, ψάλλεται Παρακλητικός Κανόνας προς την  Υπεραγία Θεοτόκο κάθε Δευτέρα απόγευμα, και κάθε Τρίτη τελείται στο καθολικό Θεία Λειτουργία, ενώ σε όλες τις λιτανείες της Μονής πρωτοστατεί αυτή η εικόνα της Παναγίας.  Εορτάζεται ιδιαίτερα την Τρίτη της Διακαινησίμου, όπου και γίνεται μεγάλη λιτανεία γύρω από την Μονή προς τιμή της εικόνας.

Όσοι προσκυνητές το επιθυμούν μπορούν να την προσκυνήσουν ζητώντας το απο τον Βηματάρη που βρίσκεται πάντα εκεί. Ο Σταυρός δε του Μεγάλου Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε ακριβώς δίπλα στην Αγία Τράπεζα όπου βρίσκεται και σήμερα.



Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΟ ΑΝΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΕΡΙΟΥ



Όλοι οι χριστιανοί που εκκλησιάζονται μπαίνοντας στον ναό παίρνουν κεριά και αφού τα ανάψουν τα τοποθετούν στις καθορισμένες θέσεις, τα λεγόμενα μανουάλια, μπροστά συνήθως από τις εικόνες των Αγίων. Πολλοί δεν γνωρίζουν τι συμβολίζει η πράξη τους αυτή. Μερικοί νομίζουν ότι το κάνουν για να ενισχύσουν οικονομικά το ναό της ενορίας τους. Πράγματι ενισχύεται ο ναός με την προσφορά των πιστών, αλλά πίσω από το άναμμα του κεριού κρύβεται ένας βαθύτερος συμβολισμός. Για ποιο λόγο ανάβουμε κερί στην εκκλησία; Υπάρχει ιδιαίτερος συμβολισμός στο άναμμά του;
H συνήθεια του ανάμματος περιέχει βαθύτατο συμβολισμό και αποτελεί μια σημαντική κίνηση του ανθρώπου στην αναζήτηση του θείου για να επικοινωνήσει με τον Θεό. Τι συμβολίζει το κερί απάντηση δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει έξι συμβολισμούς για το κερί και βεβαίως αναφέρεται στο αποκαλούμενο καθαρό κερί, δηλαδή, το μελισσοκέρι. Λέγει ότι το κερί συμβολίζει:
  • Την καθαρότητα της ψυχής, επειδή το γνήσιο κερί κατασκευάζεται από καθαρό κερί μέλισσας.
  • Το εύπλαστο της ψυχής μας. Όπως εύκολα πάνω στο κερί χαράζουμε ότι θέλουμε έτσι και στη ψυχή μας χαράζουμε το κακό ή το καλό.
  • Την ευωδία της Θείας Χάριτος, επειδή το κερί προέρχεται από τα άνθη που ευωδιάζουν.
  • Τον σκοπό της ζωής του χριστιανού που είναι ομοίωση προς τον Θεό, δηλ. την θέωση. Επειδή ο πιστός φλέγεται από αυτή την επιθυμία, την θυμάται ανάβοντας το κερί και βλέποντας τη φλόγα του.
  • Το φως του Χριστού. Όπως το φως του κεριού φωτίζει και διαλύει το σκοτάδι έτσι και το φως του Χριστού φωτίζει τη ζωή των πιστών.
  • Την αγάπη και την ειρήνη που πρέπει να έχει κάθε χριστιανός, επειδή το κερί παρηγορεί τον άνθρωπο με το φως του που είναι μέσα στο σκοτάδι.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παραθέτει άλλους έξι συμβολισμούς και λόγους για τους οποίους ανάβουμε το κερί:

  • Για να δοξάζεται ο Θεός, που είναι το αληθινό και μοναδικό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο.
  • Για να διαλύσει το σκοτάδι της νύκτας και να μας παρηγορήσει από το φόβο του σκοταδιού.
  • Για να φανερώσουμε ότι έχουμε χαρά στην ψυχή μας.
  • Προς τιμήν των αγίων και των μαρτύρων της πίστεως μας, μιμούμενοι έτσι τους πρώτους χριστιανούς που άναβαν κεριά στους τάφους των Μαρτύρων.
  • Για να συμβολίζονται τα καλά μας έργα, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς».
  • Για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων που ανάβουν κερί και εκείνων υπέρ των οποίων το ανάβουν. Γι’ αυτό σε πολλούς ναούς διαφόρων περιοχών υπάρχουν ξεχωριστά μανουάλια όπου ανάβονται τα κεριά για τους ζωντανούς και για τους κεκοιμημένους.
  • Για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες όσων ανάβουμε τα κεριά και εκείνων υπέρ των οποίων τα ανάβουμε». Ακολούθως, εστιάζει στο φως της φλόγας και υπογραμμίζει ότι «Το κερί βγάζει φλόγα και η φλόγα εκπέμπει φως. Το φως αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της λατρείας μας. Καλούμαστε να γίνουμε φως γιατί Εκείνος είναι το Φως. Στη προηγιασμένη Θεία Λειτουργία ο λειτουργός ιερέας κρατώντας αναμμένη λαμπάδα στρέφεται στους πιστούς και εκφωνεί "Φως Χριστού φαίνει πάσι".


Συνεπώς, δεν είναι τυπική ή μηχανική πράξη το άναμμα του κεριού, αλλά μια σημαντική κίνηση του ανθρώπου στην αναζήτηση του Θείου να επικοινωνήσει με τον Θεό.

Άρα γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το αγνό και μαλακό κερί συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας. Όπως το κερί λιώνει αθόρυβα και φωτίζει, έτσι και εμείς με τη Χάρη του Θεού θα πρέπει να «λειώνουμε » μέχρι τελευταίας πνοής, θυσιαζόμενοι για τον πλησίον μας. Να φωτίζουμε και να ευεργετούμε τους γύρω μας αθόρυβα και χωρίς επίδειξη για χάρη της αγάπης του Χριστού.

Το κερί επίσης που βρίσκεται στους Ιερούς Ναούς συμβολίζει επίσης τον « νεκρό » εαυτό μας. Όταν το βάζουμε όρθιο και αναμμένο στο μανουάλι συμβολίζει τον Αναστημένο Ιησού και ομολογούμε και τη δική μας Ανάσταση. Με τα κεριά στα μνημόσυνα, στην Κηδεία και στα κόλλυβα ομολογούμε την πίστη μας στην Ανάσταση των Νεκρών και στη δίκαια κρίση της ημέρα που όλοι μας, πλούσιοι οι φτωχοί, άρχοντες οι δούλοι θα σταθούμε έναντι του Δίκαιου Κριτή. Με την λαμπάδα στο Μυστήριο του Βαπτίσματος ομολογούμε την πνευματική ανάσταση του Βαπτιζόμενου ενώ στο μυστήριο του Γάμου ομολογούμε ότι όπως φωτίζουν οι καθαρές λαμπάδες, έτσι και εμείς με τη Χάρη του Θεού θα σταθούμε φωτεινά παραδείγματα των παιδιών μας και δεν θα προδώσουμε την τιμιότητα του Γάμου.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

ΡΕΙΚΙ


Πόσοι από εμάς δεν έχουμε περπατήσει στα ελληνικά βουνά ή στην χερσόνησο του Αγίου Όρους και έχουμε προσπεράσει αδιάφορα δίπλα από κάτι θάμνους με σκούρο ροζ χρώμα οι οποίοι μάλιστα είναι ανθισμένοι τον Νοέμβριο όταν όλοι οι άλλοι θάμνοι και δέντρα αρχίζουν και κιτρινίζουν τα φύλλα τους. Πρόκειτα για το ρείκι, ένα θάμνο με πολύ μεγάλη οικολογική σημασία για τον κύκλο ζωής στην ελληνική φύση αλλά και ειδικότερα στην χλωρίδα αλλά και πανίδα της αθωνικής χερσονήσου, αφού σε αυτόν οφείλουν την επιβίωσή τους πολλά έντομά όπως οι μέλισσες τον χειμώνα. Ας δούμε τι πληροφορίες μπορέσαμε να μαζέψουμε για αυτό το φυτό.


Όνομα: Ρείκι
Επιστημονική ονομασία: Ερείκη η δενδρώδης – Erica arborea
Οικογένεια:                                      Ερεικωδών
Είδος φυτού:                                   Αειθαλείς θάμνος
Περίοδος ανθοφορίας:                    Φθινόπωρο, Χειμώνας
Εδαφικές απαιτήσεις:                     Χωρίς απαιτήσεις
Απαιτήσεις σε νερό:                        Μικρές
Απαιτήσεις σε φως:                        Μεγάλες
Αντοχή στο κρύο:                           Μεγάλη
Μέγιστο ύψος(m):                           3
Μέγιστη διάμετρος(m):                   2
Χρώμα άνθους:                              Λευκό, Ροζ, Μωβ



ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Υπάρχουν περίπου 700 είδη της οικογένειας των Ερεικωδών από τα οποία τα 600 βρίσκονται στη Νότιο Αφρική. Τα υπόλοιπα τα συναντούμε στα άλλα μέρη της Αφρικής, στην περιοχή της Μεσογείου και την υπόλοιπη Ευρώπη. Το ύψος του κυμαίνεται από 30-80 εκατοστά. Έχει μικρά, μακρόστενα φύλλα και μικρά άνθη χρώματος ροζ, μωβ ή λευκά που μοιάζουν με καμπανούλες. Τα άνθη τους έλκουν ιδιαίτερα τις μέλισσες.
Σε κάθε άνθος σχηματίζονται 30 περίπου σπόροι του φυτού, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε θάμνος παράγει κάθε έτος περισσότερους από 150.000 σπόρους. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους της ευρείας διάδοσης του φυτού σε μεγάλες εκτάσεις. Το μέλι που φτιάχνεται από τα άνθη των ρεικιών είναι πολύ ωφέλιμο και έχει τις ίδιες θεραπευτικές ιδιότητες με αυτές του φυτού. Τα κοκκινωπά κλαδιά της ερείκης έχουν μικρά και πυκνά φύλλα σε αντίθετη διάταξη, τα οποία φέρονται ανά τέσσερις δέσμες.
Η ερείκη αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες θέσεις και όξινα χουμώδη εδάφη. Μπορεί να ευδοκιμήσει και σε ημισκιαζόμενες θέσεις, με μειωμένη όμως ανθοφορία. Φυτεύεται σε ομάδες, βραχόκηπους, γλάστρες καθώς και για εδαφοκάλυψη. Κλαδεύεται μετά την ανθοφορία της για να διατηρηθεί το σχήμα της. Πολλαπλασιάζεται με ημιξυλώδη μοσχεύματα το καλοκαίρι.
Παραδοσιακά, στη Βόρεια Ευρώπη φτιάχνουν τσάι από τα άνθη του φυτού, μαζί με άνθη βάτου, φύλλα μύρτιλλου, βερόνικα, θυμάρι και άγρια φράουλα. Το φυτό συλλέγεται κατά την περίοδο της ανθοφορίας του και χρησιμοποιείται φρέσκο ή αποξηραμένο για την παρασκευή ροφήματος.
Στη χώρα μας συναντώνται αυτοφυή 3 είδη, γνωστά με την κοινή ονομασία ρείκια. Είναι μελισσοκομικό φυτό καθώς ελκύει τις μέλισσες, και παράγει άριστης ποιότητας μέλι. Παρά την γευστικότητά του και την θρεπτική του αξία δεν έχει ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία καθώς κρυσταλλώνει γρήγορα.



ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

Τα κυριότερα συστατικά του είναι η ερικοδίνη που του προσδίδει αντισυπτικές ιδιότητες και η αρβουτοσίδη που δρα κατά των λοιμωδών φλεγμονών που συνοδεύουν την κυκλοφορική συμφόρηση και την υπερτροφία του προστάτη. Το βότανο περιέχει αλκαλοειδή, αρμπουτίνη, κιτρικό και φουμαρικό οξύ, πτητικό έλαιο, τανίνη, φυτικές χρωστικές και καροτίνη.



ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Βότανο γνωστό εδώ και εκατονταετίες. Την Καλλούνα τη χρησιμοποιούσαν οι θεραπευτές από την εποχή του Μεσαίωνα.
Έχει μακρά ιστορία στην παραδοσιακή βοτανολογία και έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σαν φαρμακευτικό φυτό στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης, όπου υπάρχει αυτοφυές σε ολόκληρες εκτάσεις. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του βοτάνου έχουν καταγραφεί ήδη από τον Μεσαίωνα. Αναφέρονται σε βιβλία του 7ου αιώνα μ.Χ. που περιγράφουν τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών. Σε ένα γερμανικό βιβλίο του γράφτηκε το 1565 αναφέρει τον διάσημο γιατρό της εποχής Πάουλους Εγκινέτα ο οποίος χρησιμοποιούσε τα άνθη, τα φύλλα και τους μίσχους του φυτού για να θεραπεύσει τους ασθενείς του από όλους τους τύπους πληγών (έλκη εσωτερικά και εξωτερικά). Ο Φουκς έγραψε το 1543 ότι το φυτό ανακουφίζει από τα δαγκώματα των εντόμων, ενώ ο σύγχρονός του Μάθιουλος το χρησιμοποιούσε για να θεραπεύει δαγκώματα φιδιών, μολύνσεις ματιών, ασθένειες της σπλήνας και για να διαλύει τον σχηματισμό λίθων στα εσωτερικά όργανα. Ο Νίκολας Αλεξάντερ, ένας Βενεδικτίνος μοναχός έγραψε ότι η κατανάλωση του εγχύματος ερείκης για τριάντα διαδοχικές μέρες πρωί και βράδυ ήταν επαρκής για να διαλύσει τις πέτρες από τους νεφρούς. Από τις αρχές του 20ου αιώνα η Ερείκη συνδέθηκε από τον ιατρικό κόσμο με την πρόληψη και θεραπεία των πετρών στην περιοχή των κύστεων και των νεφρών. Παραδοσιακά στη Βόρεια Ευρώπη έφτιαχναν ένα τσάι από τα άνθη του φυτού, μαζί με άνθη βάτου, φύλλα μύρτιλλου, βερόνικα, θυμάρι και άγρια φράουλα.
Η Ερείκη χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην παραδοσιακή βοτανολογία, κυρίως στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης, όπου υπάρχει αυτοφυής, σε ολόκληρες εκτάσεις, ως θεραπευτικό φυτό.
Ο Διοσκουρίδης τη συνιστούσε για τα τσιμπήματα των φιδιών.
Ο Γαληνός ανέφερε πως προκαλεί εφίδρωση.
Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, ο Matthiole και ο μοναχός Nikolas Alexandre πίστευαν ότι δρούσε κατά της λιθίασης του ουροποιητικού.
Σε ένα γερμανικό βιβλίο του 1565 που βρέθηκε, αναφέρεται ότι ο διάσημος τότε γιατρός Πάουλους Εγκινέτα χρησιμοποιούσε τα άνθη, τους μίσχους και τα φύλλα του φυτού, για να θεραπεύει κάθε είδους πληγές.
Ο Φουκς έγραψε το 1543 ότι το φυτό ανακουφίζει από τα δαγκώματα των εντόμων.
Από τις αρχές του 20ου αιώνα η Ερείκη συνδέθηκε από τον ιατρικό κόσμο με την πρόληψη και θεραπεία των πετρών στην περιοχή των κύστεων και των νεφρών.



ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

Είναι βότανο διουρητικό και αντισηπτικό των αγωγών του ουροποιητικού συστήματος. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή πολλών αποκαθαρτικών και αποχρεμπτικών μιγμάτων βοτάνων.  Διαθέτει τη φήμη ήπιου ηρεμιστικού, αλλά πιο σημαντική ιδιότητα για τους σύγχρονους βοτανολόγους είναι η δράση του ως αντισηπτικού του ουροποιητικού, κάτι που οφείλεται στην αρμπουτίνη που περιέχει. Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία των ρευματισμών και της ποδάγρας. Ένα μπάνιο με ρεικόνερο μπορεί να ανακουφίσει τους πόνους από τους ρευματισμούς.
Το αφέψημα του βοτάνου έχει ευρύ φάσμα δράσης. Χρησιμοποιείται για τις πέτρες στο ουρικό σύστημα, ασθένειες των νεφρών, χρόνια κυστίτιδα, προστάτη και οιδήματα. Για τον προστάτη συστήνονται να πίνονται αφεψήματα και να γίνονται κλύσματα. Παίρνεται επίσης στη γαστρίτιδα με υπερέκκριση πεπτικών υγρών, κολικούς των εντέρων συνοδευόμενοι από διάρροια, στις ασθένειες του συκωτιού και της χολής και για τον βήχα και τα κρυολογήματα. Το φυτό έχοντας επίσης ηρεμιστικές ιδιότητες χρησιμοποιείται ως αντιφλεγμονώδες μέσο στις φλεγμονές της κοιλότητας του στόματος και του λαιμού.
Σήμερα χρησιμοποιείται στην ομοιοπαθητική ένα βάμμα των ανθισμένων φυτών (βάμμα των ανθισμένων κλαριών για την θεραπεία των παθήσεων των νεφρών και των αγωγών του ουροποιητικού συστήματος.
Είναι στυπτικό, ελαφρώς ηρεμιστικό και υπνωτικό βότανο, με διουρητικές, αποχρεμπτικές και εφιδρωτικές ιδιότητες.
Η ερείκη είναι διουρητική και συγχρόνως απολυμαντική του ουροποιογεννητικού συστήματος.
Το αφέψημα του φυτού βοηθά στη χρόνια κυστίτιδα, στους κολικούς των νεφρών, καταπολεμά τις πέτρες που σχηματίζονται στο ουροποιητικό σύστημα και δρα κατά των οιδημάτων.
Βοηθά σε προβλήματα γαστρίτιδας με υπερέκκριση πεπτικών υγρών, κολικούς των εντέρων συνοδευόμενους από διάρροια, στις ασθένειες του συκωτιού και της χολής.
Χάρη στις ηρεμιστικές του ιδιότητες όταν το πίνουμε βοηθά στη νευρική υπερδιέγερση, τη νευρική εξάντληση και την αϋπνία.
Τονώνει την όρεξη
Κατά των ρευματισμών
Κατά του βήχα, του κρυολογήματος και της γενικής κατάπτωσης του οργανισμού
Ως αντιφλεγμονώδες βοηθά στις φλεγμονές του λαιμού και της στοματικής κοιλότητας.
Σε αρθρίτιδα, πολυαρθρίτιδα, ρευματισμό και ποδάγρα βοηθά τόσο το ρόφημα όσο και η εξωτερική χρήση με κομπρέσες και μπάνια.
Αν χρησιμοποιηθεί σε ζεστό λουτρό, αυξάνει το μυικό τόνο. Επομένως, είναι χρήσιμο βότανο σε αθλητές και ασθενείς που αναρρώνουν και έχουν αποδυναμωθεί από μια μακρά παραμονή στο κρεβάτι.
Οι αποτοξινωτικές ιδιότητες που έχει, βοηθούν στην αποβολή των επιβλαβών υπολειμμάτων που κατακρατούνται στο σώμα όπως η ουρία, το ουρικό οξύ και το οξαλικό οξύ.
Έτσι, η ερείκη συνιστάται σε άτομα των οποίων η διατροφή είναι πολύ βαριά. Με πολλά ζωικά προϊόντα, καθώς μια τέτοια διατροφή περιέχει πολλές πουρίνες και γεμίζει τον οργανισμό με απόβλητα.



ΑΛΛΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ

Οι Κέλτες παρασκεύαζαν ένα υδρόμελι από ένα αφέψημα από ανθισμένες κορυφές ερείκης που είχε υποστεί ζύμωση με μέλι.
Ένα παρόμοιο ποτό παρασκευαζόταν στο Αρχιπέλαγος των Εβρίδων αλλά το μέλι αντικαταστάθηκε με κριθάρι.



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Παρασκευάζεται ως αφέψημα. Ρίχνουμε ένα κουταλάκι του τσαγιού ξηρό βότανο σε ένα ποτήρι νερό και το βράζουμε για ένα λεπτό. Σβήνουμε τη φωτιά και το αφήνουμε σκεπασμένο για 15 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε μισό ποτήρι τρεις φορές την ημέρα πριν το φαγητό.
Για μπάνιο βράζουμε 500 γραμμάρια βοτάνου σε 5 λίτρα νερό. Αυτό το αφέψημα το ρίχνουμε στο νερό του μπάνιου.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Αν το βότανο ληφθεί εσωτερικά σε μεγάλες ποσότητες παρουσιάζει ελαφρώς ναρκωτική δράση. Να τηρούμε τη συνιστώμενη δοσολογία.



ΜΕΛΙ ΡΕΙΚΙ

Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη μελιού, ανάλογα με το φυτό, το οποίο χρησιμοποιούν οι μέλισσες για να τραφούν. Το ρείκι είναι ένα εξαιρετικό φυτό για την παραγωγή μελιού, πολύ απλά επειδή έχει ορισμένες μοναδικές ιδιότητες που κάνουν καλό στην υγεία του ανθρώπου.
Αυτές τις ιδιότητες τις περνάει φυσικά και στο μέλι και γι' αυτό τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί κατακόρυφα η δημοφιλία του και ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι το αναζητούν στην αγορά.
Το ρείκι (Erica manipuliflora, ερείκη η σπονδυλανθής) ανήκει στην οικογένεια των Ερεικωδών. Ως βότανο περιέχει αλκαλοειδή, αρμπουτίνη, κιτρικό και φουμαρικό οξύ, πτητικό έλαιο, τανίνη και καροτίνη. Έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σαν φαρμακευτικό φυτό στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης, όπου υπάρχει αυτοφυές σε ολόκληρες εκτάσεις. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του βοτάνου έχουν καταγραφεί ήδη από τον Μεσαίωνα, αφού αναφέρονται σε βιβλία του 7ου αιώνα μ.Χ.
Είναι στυπτικό, ελαφρώς ηρεμιστικό και υπνωτικό βότανο, με διουρητικές, αποχρεμπτικές και εφιδρωτικές ιδιότητες. Δρα ως αντισηπτικό και αντιφλεγμονώδες ιδιαίτερα στο ουροποιητικό σύστημα.
Το αφέψημα του φυτού δρα θετικά στις πέτρες που σχηματίζονται στο ουροποιητικό σύστημα, καταπολεμάει τον κολικό των νεφρών, την χρόνια κυστίτιδα και τα οιδήματα, ενώ συμβάλλει στην μείωση της πιθανότητας προβλήματος στον προστάτη.
Βοηθά, επίσης, σε προβλήματα γαστρίτιδας με υπερέκκριση πεπτικών υγρών, κολικούς των εντέρων συνοδευόμενους από διάρροια και σε ασθένειες του ήπατος και της χολής. Χάρη στις ηρεμιστικές του ιδιότητες, βοηθάει στην μείωση της νευρικής υπερδιέγερσης, στη νευρική εξάντληση και την αϋπνία.
Σε έρευνα το 2012 βρέθηκε ότι το μέλι από το φυτό ρείκι είχε την μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε φαινόλες. Επίσης, η υψηλή ποσότητα των αντιοξειδωτικών του μελιού ερείκης βοηθά στην απομάκρυνση των ελεύθερων ριζών που παράγονται ως αποτέλεσμα των μεταβολικών αντιδράσεων και αλληλεπιδράσεων με τους εξωτερικούς ρύπους του περιβάλλοντος. Η εξόντωση αυτών των ελευθέρων ριζών προλαμβάνει τη γήρανση και βελτιώνει τη γενική υγεία.


Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΕΤΣΕΡΣΚΙ



Πριν λίγο καιρό είχαμε την τύχη να επισκεφθούμε το ΙΕΡΟ ΚΕΛΛΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΠΙΤΣΕΡΣΚΙ. Κατά την πάγια τακτική μας, τώρα που δημοσιεύουμε την φωτογραφική συλλογή στην σελίδα μας στο FACEBOOK για αυτό το κελλί παράλληλα ανεβάζουμε μία ανάρτηση στο blog για την ζωή και τον βίο του Αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένο αυτό το κελλί, δηλαδή για τον ΟΣΙΟ ΑΝΤΩΝΙΟ ΤΟΝ ΠΕΤΣΕΡΣΚΙ.

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΕΤΣΕΡΣΚΙ
Ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι υπήρξε Μέγας Άγιος και φωτιστής της Ρωσίας. Είναι γνωστό ότι, το αρχαιότερο μοναστήρι της Ρωσίας που είναι η Λαύρα του Κιέβου, είχε σχέσεις με τον Άγιο Όρος, από την εποχή της ιδρύσεώς του συγκεκριμένου μοναστηριού. Ένας από τους ιδρυτές του ή συνιδρυτές του, ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι, έζησε στο Άγιο Όρος και εκάρη μοναχός, σε μία από τις μονές του, όπου έλαβε το όνομα Αντώνιος.

 Αυτός γεννήθηκε στην πόλη Λουβέσκου της Ρωσίας κοντά στο Κίεβο το 983 και ονομάσθηκε στο άγιο Βάπτισμα Αντίπας. Αργότερα, έλαβε ευλογία από τον ηγούμενό του να επιστρέψει και πάλι στη Ρωσία. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά στο Κίεβο και εκεί δημιούργησε το πρώτο μοναστήρι στην Ρωσία με 12 μάλιστα μοναχούς. Ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι, αφού εξέλεξε ηγούμενό της μονής τον Βαρλαάμ, αναχώρησε και εγκαταστάθηκε στην έρημο, όπου έζησε άλλα σαράντα χρόνια. Αργότερα, με την ευλογία του και με τη βοήθειά του ηγεμόνος Ιζιασλάβ, ιδρύθηκε η περίφημη Λαύρα του Σπηλαίου στο Κίεβο, γνωστή σήμερα με το όνομα Kievopečerskaja Lavra. Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΕΤΣΕΡΣΚΙ μετέβει δύο φορές στο Άγιον Όρος. Εκεί έζησε και ασκήθηκε σε σπήλαιο, κοντά στη μονή Εσφιγμένου, του Αγίου Όρους. Πιο συγκεκριμένα στα μέσα του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε αγιορείτικη παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι έζησε και μόνασε τον 11ο αιώνα σε σπηλιά, κοντά στη μονή Εσφιγμένου. Η παράδοση αυτή, η οποία δεν έχει κανένα ιστορικό επιχείρημα, έγινε πιστευτή από αρκετούς Έλληνες και Ρώσους λογίους της εποχής, αλλά και αμφισβητήθηκε από τον E. E. Golubinskij, στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο E. E. Golubinskij, βέβαια, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπήρξε ο πρώτος, ο οποίος αμφισβήτησε την παραμονή του Οσίου Αντωνίου στη μονή Εσφιγμένου. Είναι γεγονός όμως ότι, κανείς δεν αμφισβήτησε ότι ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι ήλθε και έζησε μια ή δύο φορές στο Άγιον Όρος, τον 11ο αιώνα. Ο E. E. Golubinskij απέδωσε τη γένεση της αγιορείτικης παραδόσης στους Έλληνες και μάλιστα στους μοναχούς της μονής Εσφιγμένου, οι οποίοι ήθελαν να θέσουν τη μονή υπό την προστασία της Ρωσίας. Το μόνο που κατόρθωσαν, γράφει, ήταν να πάρουν άδεια και να κάνουν εράνους στη Ρωσία. Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι, στα μέσα του 17ου αιώνα, όταν η μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους παρήκμασε οικονομικά, ζητήθηκε η συνδρομή της Ρωσίας.

Το πρώτο ουκάζιο, υπέρ της μονής Εσφιγμένου, εκδόθηκε στις 16.3.1640 επί τσάρου Μιχαήλ Θεοδώροβιτς Romanov (1613-1645). Ο τσάρος, τότε, έδωσε άδεια στους Εσφιγμενίτες μοναχούς να κάνουν εράνους στη Ρωσία, κάθε πέντε χρόνια. Αργότερα, το έτος 1841, στο Νάρθηκα του Καθολικού της μονής Εσφιγμένου τοιχογραφήθηκε ο Όσιος  Αντώνιος Εσφιγμενίτης (ο Ρώσος) και το 1845, άρχισε να χτίζεται το παρεκκλήσι στη μνήμη του Οσίου Αντωνίου Πετσέρσκι, στη σπηλιά, κοντά στη μονή, στη θέση Μεγάλη Σαμάρεια. Το εικονοστάσι του παρεκκλησίου κατασκευάστηκε στη Ρωσία το 1849 και ήταν δώρο του αρχιμανδρίτη Ιουβεναλίου από την Πετρούπολη.

Το 1850, συμπληρώθηκε και εγκαινιάστηκε το παρεκκλήσι στη μνήμη του Οσίου Αντωνίου Πετσέρσκι. Τέλος, το 1858, εικόνα του Οσίου Αντωνίου από σμάλτο στάλθηκε από τη Λαύρα του Κιέβου στη μονή Εσφιγμένου. Σήμερα, εκτός από το Καθολικό, στη μονή Εσφιγμένου υπάρχουν ακόμη 13 παρεκκλήσια, 8 μέσα και 5 έξω από τη μονή. Ένα από αυτά, απέναντι από τη μονή στην τοποθεσία Μεγάλη Σαμάρεια, τιμάται στη μνήμη του Οσίου Αντωνίου Πετσέρσκι. Λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια του παρεκκλησιού του Οσίου Αντωνίου Πετσέρσκι, το 1859, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος ο Ρώσος αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin (1827-1894), ο οποίος υπήρξε Μάγιστρος Θεολογίας και καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. 

Ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος πήγε στη μονή Εσφιγμένου στις 3 Σεπτεμβρίου 1859. Την πρώτη ημέρα της επισκέψεώς του πήγε στο παρεκκλήσι του Οσίου Αντωνίου Πετσέρσκι, όπου είδε τη σπηλιά, αλλά αυτή, όπως σημείωσε στο σχετικό έργο του, ήταν: «στενή και υγρή και δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως ανθρώπινη κατοικία». Στη συνέχεια, ο Αντωνίνος διερωτάται αν πράγματι έζησε ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι στη μονή Εσφιγμένου. Βέβαια, το συναξάρι του Οσίου Αντωνίου αναφέρει ότι αυτός έζησε στο Άγιος Όρος, αλλά δεν διευκρινίζει σε ποια μονή. Από το έργο του αρχιμανδρίτη Αντωνίου Kapoustin, «Σημειώσεις προσκυνητού στου Αγίου Όρους», γνωρίζουμε ότι εκείνα τα χρόνια κυκλοφορούσε στη Ρωσία μικρό βιβλίο με την ιστορία της μονής που ανέφερε την παράδοση για το Όσιο Αντώνιο Πετσέρσκι, αλλά, σημειώνει ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin, ότι ο συγγραφέας δεν αναφέρει τίποτε για την παρουσία του Οσίου Αντωνίου Pečerskij, στη μονή Εσφιγμένου. Τέλος, ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin γράφει ότι οι Εσφιγμενίτες μοναχοί στα γράμματά τους προς τον Τσάρο και τον Πατριάρχη Μόσχας δεν ανέφεραν καθόλου την παράδοση, σύμφωνα με την οποία έζησε ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι στη μονή τους]. Και διερωτάται ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin: πως δημιουργήθηκε αυτή η παράδοση; Εδώ  παρατηρούμε ότι ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin, σε αντίθεση με τον E. E. Golubinskij, δεν αναφέρει ότι η γένεση της παραδόσεως οφείλεται στους Έλληνες και μάλιστα στους Εσφιγμενίτες μοναχούς. Θα αναφέρουμε ακόμη ότι από τους Ρώσους του 19ου αιώνα που επισκέφτηκαν το Άγιον Όρος, μόνο ο ευκολόπιστος, όπως τον χαρακτηρίζει ο E. E. Golubinskij, A. N. Murav’ev πίστεψε στην παράδοση ότι ο  Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι έζησε στη μονή Εσφιγμένου.
Η μονή της Λαύρας του Κιέβου, το παλαιότερο μοναστήρι της Ρωσίας.

Τέλος, ο E. E. Golubinskij αναφέρει ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι θα μπορούσε να ήταν αδελφός της «ρωσικής μονής» του Αγίου Όρους και καταλήγει συμπερασματικά: «Για όσους έχουν σκοπό να δημιουργήσουν καινούριες παραδόσεις και γι᾽ αυτούς που θέλουν να τις πιστέψουν σημειώνουμε ότι: Ήλθε στο Άγιον Όρος ο ταπεινός Ρώσος προσκυνητής, εκάρη μοναχός, σε ένα από τα μοναστήρια του, για να επιστρέψει στην πατρίδα του, μετά την εκμάθηση του μοναχισμού, πράγμα που το έκανε. Για ποιο λόγο θα μπορούσε να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί για αυτόν κάποια παράδοση στον τόπο της κουράς του». Είναι γεγονός ότι, κανείς δεν αμφισβήτησε τις ιστορικές σχέσεις της μονής Λαύρας του Κιέβου με τον Άγιον Όρος και ακόμη τη μετάβαση και παραμονή στον Άγιο Όρος του Οσίου Αντωνίου Πετσέρσκι. Στην πραγματικότητα, δεν παίζει κανένα ρόλο αν σήμερα δεν γνωρίζουμε σε ποιο ακριβώς μοναστήρι του Αγίου Όρους έζησε ο Όσιος Αντώνιος Πετσέρσκι. Αυτός έζησε στο Άγιο Όρος και ίδρυσε στην πατρίδα του τη Λαύρα του Σπηλαίου στο Κίεβο. Και οι δύο αυτοί χώροι είναι αγιασμένοι από την προσευχή, που επί δέκα αιώνες εξακολουθεί να δίνει ελπίδα στον κόσμο.